Κλίση του ρήματος μεροληπτώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

μεροληπτώ
to be biased, to be partial
Πλήρης κλίση του ρήματος μεροληπτώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ μεροληπτώ
εσύ μεροληπτείς
αυτός/αυτή/αυτό μεροληπτεί
εμείς μεροληπτούμε
εσείς μεροληπτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά μεροληπτούν / μεροληπτούνε

Παρατατικός

εγώ μεροληπτούσα
εσύ μεροληπτούσες
αυτός/αυτή/αυτό μεροληπτούσε
εμείς μεροληπτούσαμε
εσείς μεροληπτούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μεροληπτούσαν / μεροληπτούσανε

Αόριστος

εγώ μερολήπτησα
εσύ μερολήπτησες
αυτός/αυτή/αυτό μερολήπτησε
εμείς μεροληπτήσαμε
εσείς μεροληπτήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μερολήπτησαν / μεροληπτήσαν / μεροληπτήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα μεροληπτώ
εσύ θα μεροληπτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μεροληπτεί
εμείς θα μεροληπτούμε
εσείς θα μεροληπτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μεροληπτούν / θα μεροληπτούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα μεροληπτήσω
εσύ θα μεροληπτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μεροληπτήσει
εμείς θα μεροληπτήσουμε
εσείς θα μεροληπτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μεροληπτήσουν / θα μεροληπτήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να μεροληπτήσω
εσύ να μεροληπτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μεροληπτήσει
εμείς να μεροληπτήσουμε
εσείς να μεροληπτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μεροληπτήσουν / μεροληπτήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω μεροληπτήσει
εσύ έχεις μεροληπτήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μεροληπτήσει
εμείς έχουμε μεροληπτήσει
εσείς έχετε μεροληπτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μεροληπτήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα μεροληπτήσει
εσύ είχες μεροληπτήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μεροληπτήσει
εμείς είχαμε μεροληπτήσει
εσείς είχατε μεροληπτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μεροληπτήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω μεροληπτήσει
εσύ θα έχεις μεροληπτήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μεροληπτήσει
εμείς θα έχουμε μεροληπτήσει
εσείς θα έχετε μεροληπτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μεροληπτήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) μεροληπτείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) μερολήπτησε
(εσείς) μεροληπτήστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

μεροληπτώντας / έχοντας μεροληπτήσει

Απαρέμφατο

μεροληπτήσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.