alternative form of ημερεύω (imerévo)
Πλήρης κλίση του ρήματος μερεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μερεύω
εσύ μερεύεις
αυτός/αυτή/αυτό μερεύει
εμείς μερεύουμε
εσείς μερεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά μερεύουν / μερεύουνε
Παρατατικός
εγώ μέρευα
εσύ μέρευες
αυτός/αυτή/αυτό μέρευε
εμείς μερεύαμε
εσείς μερεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά μέρευαν / μερεύαν / μερεύανε
Αόριστος
εγώ μέρεψα
εσύ μέρεψες
αυτός/αυτή/αυτό μέρεψε
εμείς μερέψαμε
εσείς μερέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά μέρεψαν / μερέψαν / μερέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μερεύω
εσύ θα μερεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μερεύει
εμείς θα μερεύουμε
εσείς θα μερεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μερεύουν / θα μερεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μερέψω
εσύ θα μερέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μερέψει
εμείς θα μερέψουμε
εσείς θα μερέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μερέψουν / θα μερέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μερέψω
εσύ να μερέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να μερέψει
εμείς να μερέψουμε
εσείς να μερέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μερέψουν / μερέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μερέψει
εσύ έχεις μερέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μερέψει
εμείς έχουμε μερέψει
εσείς έχετε μερέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μερέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μερέψει
εσύ είχες μερέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μερέψει
εμείς είχαμε μερέψει
εσείς είχατε μερέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μερέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μερέψει
εσύ θα έχεις μερέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μερέψει
εμείς θα έχουμε μερέψει
εσείς θα έχετε μερέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μερέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μέρευε
(εσείς) μερεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μέρεψε / μέρευ' ¹
(εσείς) μερέψτε / μερεύτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μερεύοντας / έχοντας μερέψει
Απαρέμφατο
μερέψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.