to set to music, to melodize (to write music for existing text)
Πλήρης κλίση του ρήματος μελοποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μελοποιώ
εσύ μελοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό μελοποιεί
εμείς μελοποιούμε
εσείς μελοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά μελοποιούν / μελοποιούνε
Παρατατικός
εγώ μελοποιούσα
εσύ μελοποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό μελοποιούσε
εμείς μελοποιούσαμε
εσείς μελοποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μελοποιούσαν / μελοποιούσανε
Αόριστος
εγώ μελοποίησα
εσύ μελοποίησες
αυτός/αυτή/αυτό μελοποίησε
εμείς μελοποιήσαμε
εσείς μελοποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μελοποίησαν / μελοποιήσαν / μελοποιήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μελοποιώ
εσύ θα μελοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μελοποιεί
εμείς θα μελοποιούμε
εσείς θα μελοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μελοποιούν / θα μελοποιούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μελοποιήσω
εσύ θα μελοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μελοποιήσει
εμείς θα μελοποιήσουμε
εσείς θα μελοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μελοποιήσουν / θα μελοποιήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μελοποιήσω
εσύ να μελοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μελοποιήσει
εμείς να μελοποιήσουμε
εσείς να μελοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μελοποιήσουν / μελοποιήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μελοποιήσει
εσύ έχεις μελοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μελοποιήσει
εμείς έχουμε μελοποιήσει
εσείς έχετε μελοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μελοποιήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μελοποιήσει
εσύ είχες μελοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μελοποιήσει
εμείς είχαμε μελοποιήσει
εσείς είχατε μελοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μελοποιήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μελοποιήσει
εσύ θα έχεις μελοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μελοποιήσει
εμείς θα έχουμε μελοποιήσει
εσείς θα έχετε μελοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μελοποιήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μελοποιείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μελοποίησε
(εσείς) μελοποιήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μελοποιούμαι
εσύ μελοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό μελοποιείται
εμείς μελοποιούμαστε / μελοποιόμαστε
εσείς μελοποιείστε / μελοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μελοποιούνται
Παρατατικός
εγώ μελοποιούμουν / μελοποιούμουνα / μελοποιόμουν / μελοποιόμουνα
εσύ μελοποιόσουν / μελοποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό μελοποιούνταν / μελοποιόταν / μελοποιότανε / μελοποιείτο
εμείς μελοποιούμασταν / ‑ούμαστε / μελοποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς μελοποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μελοποιούνταν / μελοποιόνταν / μελοποιόντανε / μελοποιόντουσαν / μελοποιούντο
Αόριστος
εγώ μελοποιήθηκα
εσύ μελοποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό μελοποιήθηκε
εμείς μελοποιηθήκαμε
εσείς μελοποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μελοποιήθηκαν / μελοποιηθήκαν / μελοποιηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μελοποιούμαι
εσύ θα μελοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μελοποιείται
εμείς θα μελοποιούμαστε / θα μελοποιόμαστε
εσείς θα μελοποιείστε / θα μελοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μελοποιούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μελοποιηθώ
εσύ θα μελοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μελοποιηθεί
εμείς θα μελοποιηθούμε
εσείς θα μελοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μελοποιηθούν / θα μελοποιηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μελοποιηθώ
εσύ να μελοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να μελοποιηθεί
εμείς να μελοποιηθούμε
εσείς να μελοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μελοποιηθούν / μελοποιηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μελοποιηθεί
εσύ έχεις μελοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μελοποιηθεί
εμείς έχουμε μελοποιηθεί
εσείς έχετε μελοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μελοποιηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μελοποιηθεί
εσύ είχες μελοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μελοποιηθεί
εμείς είχαμε μελοποιηθεί
εσείς είχατε μελοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μελοποιηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μελοποιηθεί
εσύ θα έχεις μελοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μελοποιηθεί
εμείς θα έχουμε μελοποιηθεί
εσείς θα έχετε μελοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μελοποιηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μελοποιείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μελοποιήσου
(εσείς) μελοποιηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μελοποιώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας μελοποιήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
μελοποιούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
μελοποιημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
μελοποιήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
μελοποιηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.