Κλίση του ρήματος μελετάω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

μελετάω
to study
Πλήρης κλίση του ρήματος μελετάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ μελετάω / μελετώ
εσύ μελετάς
αυτός/αυτή/αυτό μελετάει / μελετά
εμείς μελετάμε / μελετούμε
εσείς μελετάτε
αυτοί/αυτές/αυτά μελετάνε / μελετάν / μελετούν / μελετούνε

Παρατατικός

εγώ μελετούσα / μελέταγα
εσύ μελετούσες / μελέταγες
αυτός/αυτή/αυτό μελετούσε / μελέταγε
εμείς μελετούσαμε / μελετάγαμε
εσείς μελετούσατε / μελετάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά μελετούσαν / μελετούσανε / μελέταγαν / μελετάγανε

Αόριστος

εγώ μελέτησα
εσύ μελέτησες
αυτός/αυτή/αυτό μελέτησε
εμείς μελετήσαμε
εσείς μελετήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μελέτησαν / μελετήσαν / μελετήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα μελετάω / θα μελετώ
εσύ θα μελετάς
αυτός/αυτή/αυτό θα μελετάει / θα μελετά
εμείς θα μελετάμε / θα μελετούμε
εσείς θα μελετάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μελετάνε / θα μελετάν / θα μελετούν / θα μελετούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα μελετήσω
εσύ θα μελετήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μελετήσει
εμείς θα μελετήσουμε
εσείς θα μελετήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μελετήσουν / θα μελετήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να μελετήσω
εσύ να μελετήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μελετήσει
εμείς να μελετήσουμε
εσείς να μελετήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μελετήσουν / μελετήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω μελετήσει
εσύ έχεις μελετήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μελετήσει
εμείς έχουμε μελετήσει
εσείς έχετε μελετήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μελετήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα μελετήσει
εσύ είχες μελετήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μελετήσει
εμείς είχαμε μελετήσει
εσείς είχατε μελετήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μελετήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω μελετήσει
εσύ θα έχεις μελετήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μελετήσει
εμείς θα έχουμε μελετήσει
εσείς θα έχετε μελετήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μελετήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) μελέτα / μελέταγε
(εσείς) μελετάτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) μελέτησε / μελέτα
(εσείς) μελετήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ μελετιέμαι - μελετώμαι
εσύ μελετιέσαι - μελετάσαι
αυτός/αυτή/αυτό μελετιέται - μελετάται
εμείς μελετιόμαστε - μελετόμαστε / μελετώμεθα
εσείς μελετιέστε / - μελετάστε / μελετιόσαστε - μελετάστε / μελετάσθε
αυτοί/αυτές/αυτά μελετιούνται / - μελετώνται / μελετιόνται - μελετώνται

Παρατατικός

εγώ μελετιόμουν - — / μελετιόμουνα - —
εσύ μελετιόσουν - — / μελετιόσουνα - —
εμείς μελετιόμασταν / - — / μελετιόμαστε - —
εσείς μελετιόσασταν / - — / μελετιόσαστε - —
αυτοί/αυτές/αυτά μελετιόνταν / μελετιόντανε / μελετιόντουσαν

Αόριστος

εγώ μελετήθηκα
εσύ μελετήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό μελετήθηκε
εμείς μελετηθήκαμε
εσείς μελετηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μελετήθηκαν / μελετηθήκαν / μελετηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα μελετιέμαι - μελετώμαι
εσύ θα μελετιέσαι - μελετάσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μελετιέται - μελετάται
εμείς θα μελετιόμαστε - μελετόμαστε / θα μελετώμεθα
εσείς θα μελετιέστε / θα - μελετάστε / θα μελετιόσαστε - μελετάστε / θα μελετάσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μελετιούνται / θα - μελετώνται / θα μελετιόνται - μελετώνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα μελετηθώ
εσύ θα μελετηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μελετηθεί
εμείς θα μελετηθούμε
εσείς θα μελετηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μελετηθούν / θα μελετηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να μελετηθώ
εσύ να μελετηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να μελετηθεί
εμείς να μελετηθούμε
εσείς να μελετηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μελετηθούν / μελετηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω μελετηθεί
εσύ έχεις μελετηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μελετηθεί
εμείς έχουμε μελετηθεί
εσείς έχετε μελετηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μελετηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα μελετηθεί
εσύ είχες μελετηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μελετηθεί
εμείς είχαμε μελετηθεί
εσείς είχατε μελετηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μελετηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω μελετηθεί
εσύ θα έχεις μελετηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μελετηθεί
εμείς θα έχουμε μελετηθεί
εσείς θα έχετε μελετηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μελετηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) μελετιέστε - μελετάστε / μελετάσθε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) μελετήσου
(εσείς) μελετηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

μελετώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας μελετήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

-η

Μετοχή παρακειμένου

μελετημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

μελετήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

μελετηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.