Κλίση του ρήματος μελαγχολώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

μελαγχολώ
to be/become/feel melancholic
Πλήρης κλίση του ρήματος μελαγχολώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ μελαγχολώ
εσύ μελαγχολείς
αυτός/αυτή/αυτό μελαγχολεί
εμείς μελαγχολούμε
εσείς μελαγχολείτε
αυτοί/αυτές/αυτά μελαγχολούν / μελαγχολούνε

Παρατατικός

εγώ μελαγχολούσα
εσύ μελαγχολούσες
αυτός/αυτή/αυτό μελαγχολούσε
εμείς μελαγχολούσαμε
εσείς μελαγχολούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μελαγχολούσαν / μελαγχολούσανε

Αόριστος

εγώ μελαγχόλησα
εσύ μελαγχόλησες
αυτός/αυτή/αυτό μελαγχόλησε
εμείς μελαγχολήσαμε
εσείς μελαγχολήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μελαγχόλησαν / μελαγχολήσαν / μελαγχολήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα μελαγχολώ
εσύ θα μελαγχολείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μελαγχολεί
εμείς θα μελαγχολούμε
εσείς θα μελαγχολείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μελαγχολούν / θα μελαγχολούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα μελαγχολήσω
εσύ θα μελαγχολήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μελαγχολήσει
εμείς θα μελαγχολήσουμε
εσείς θα μελαγχολήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μελαγχολήσουν / θα μελαγχολήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να μελαγχολήσω
εσύ να μελαγχολήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μελαγχολήσει
εμείς να μελαγχολήσουμε
εσείς να μελαγχολήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μελαγχολήσουν / μελαγχολήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω μελαγχολήσει
εσύ έχεις μελαγχολήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μελαγχολήσει
εμείς έχουμε μελαγχολήσει
εσείς έχετε μελαγχολήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μελαγχολήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα μελαγχολήσει
εσύ είχες μελαγχολήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μελαγχολήσει
εμείς είχαμε μελαγχολήσει
εσείς είχατε μελαγχολήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μελαγχολήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω μελαγχολήσει
εσύ θα έχεις μελαγχολήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μελαγχολήσει
εμείς θα έχουμε μελαγχολήσει
εσείς θα έχετε μελαγχολήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μελαγχολήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) μελαγχολείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) μελαγχόλησε
(εσείς) μελαγχολήστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

μελαγχολώντας / έχοντας μελαγχολήσει

Απαρέμφατο

μελαγχολήσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.