to reduce, diminish
Πλήρης κλίση του ρήματος μειώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μειώνω
εσύ μειώνεις
αυτός/αυτή/αυτό μειώνει
εμείς μειώνουμε
εσείς μειώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά μειώνουν / μειώνουνε
Παρατατικός
εγώ μείωνα
εσύ μείωνες
αυτός/αυτή/αυτό μείωνε
εμείς μειώναμε
εσείς μειώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά μείωναν / μειώναν / μειώνανε
Αόριστος
εγώ μείωσα
εσύ μείωσες
αυτός/αυτή/αυτό μείωσε
εμείς μειώσαμε
εσείς μειώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μείωσαν / μειώσαν / μειώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μειώνω
εσύ θα μειώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μειώνει
εμείς θα μειώνουμε
εσείς θα μειώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μειώνουν / θα μειώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μειώσω
εσύ θα μειώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μειώσει
εμείς θα μειώσουμε
εσείς θα μειώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μειώσουν / θα μειώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μειώσω
εσύ να μειώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μειώσει
εμείς να μειώσουμε
εσείς να μειώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μειώσουν / μειώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μειώσει
εσύ έχεις μειώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μειώσει
εμείς έχουμε μειώσει
εσείς έχετε μειώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μειώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μειώσει
εσύ είχες μειώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μειώσει
εμείς είχαμε μειώσει
εσείς είχατε μειώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μειώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μειώσει
εσύ θα έχεις μειώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μειώσει
εμείς θα έχουμε μειώσει
εσείς θα έχετε μειώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μειώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μείωνε
(εσείς) μειώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μείωσε
(εσείς) μειώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μειώνομαι
εσύ μειώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό μειώνεται
εμείς μειωνόμαστε
εσείς μειώνεστε / μειωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μειώνονται
Παρατατικός
εγώ μειωνόμουν / μειωνόμουνα
εσύ μειωνόσουν / μειωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό μειωνόταν / μειωνότανε
εμείς μειωνόμασταν / μειωνόμαστε
εσείς μειωνόσασταν / μειωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μειώνονταν / μειωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ μειώθηκα
εσύ μειώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό μειώθηκε
εμείς μειωθήκαμε
εσείς μειωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μειώθηκαν / μειωθήκαν / μειωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μειώνομαι
εσύ θα μειώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μειώνεται
εμείς θα μειωνόμαστε
εσείς θα μειώνεστε / θα μειωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μειώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μειωθώ
εσύ θα μειωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μειωθεί
εμείς θα μειωθούμε
εσείς θα μειωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μειωθούν / θα μειωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μειωθώ
εσύ να μειωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να μειωθεί
εμείς να μειωθούμε
εσείς να μειωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μειωθούν / μειωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μειωθεί
εσύ έχεις μειωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μειωθεί
εμείς έχουμε μειωθεί
εσείς έχετε μειωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μειωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μειωθεί
εσύ είχες μειωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μειωθεί
εμείς είχαμε μειωθεί
εσείς είχατε μειωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μειωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μειωθεί
εσύ θα έχεις μειωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μειωθεί
εμείς θα έχουμε μειωθεί
εσείς θα έχετε μειωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μειωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μειώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μειώσου
(εσείς) μειωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μειώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας μειώσει
Μετοχή παρακειμένου
μειωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
μειώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
μειωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.