to give or put the evil eye
Πλήρης κλίση του ρήματος ματιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ματιάζω
εσύ ματιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό ματιάζει
εμείς ματιάζουμε
εσείς ματιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ματιάζουν / ματιάζουνε
Παρατατικός
εγώ μάτιαζα
εσύ μάτιαζες
αυτός/αυτή/αυτό μάτιαζε
εμείς ματιάζαμε
εσείς ματιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά μάτιαζαν / ματιάζαν / ματιάζανε
Αόριστος
εγώ μάτιασα
εσύ μάτιασες
αυτός/αυτή/αυτό μάτιασε
εμείς ματιάσαμε
εσείς ματιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μάτιασαν / ματιάσαν / ματιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ματιάζω
εσύ θα ματιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ματιάζει
εμείς θα ματιάζουμε
εσείς θα ματιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ματιάζουν / θα ματιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ματιάσω
εσύ θα ματιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ματιάσει
εμείς θα ματιάσουμε
εσείς θα ματιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ματιάσουν / θα ματιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ματιάσω
εσύ να ματιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ματιάσει
εμείς να ματιάσουμε
εσείς να ματιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ματιάσουν / ματιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ματιάσει
εσύ έχεις ματιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ματιάσει
εμείς έχουμε ματιάσει
εσείς έχετε ματιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ματιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ματιάσει
εσύ είχες ματιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ματιάσει
εμείς είχαμε ματιάσει
εσείς είχατε ματιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ματιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ματιάσει
εσύ θα έχεις ματιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ματιάσει
εμείς θα έχουμε ματιάσει
εσείς θα έχετε ματιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ματιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μάτιαζε
(εσείς) ματιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μάτιασε
(εσείς) ματιάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ματιάζομαι
εσύ ματιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ματιάζεται
εμείς ματιαζόμαστε
εσείς ματιάζεστε / ματιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ματιάζονται
Παρατατικός
εγώ ματιαζόμουν / ματιαζόμουνα
εσύ ματιαζόσουν / ματιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ματιαζόταν / ματιαζότανε
εμείς ματιαζόμασταν / ματιαζόμαστε
εσείς ματιαζόσασταν / ματιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ματιάζονταν / ματιαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ματιάστηκα
εσύ ματιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό ματιάστηκε
εμείς ματιαστήκαμε
εσείς ματιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ματιάστηκαν / ματιαστήκαν / ματιαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ματιάζομαι
εσύ θα ματιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ματιάζεται
εμείς θα ματιαζόμαστε
εσείς θα ματιάζεστε / θα ματιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ματιάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ματιαστώ
εσύ θα ματιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ματιαστεί
εμείς θα ματιαστούμε
εσείς θα ματιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ματιαστούν / θα ματιαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ματιαστώ
εσύ να ματιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να ματιαστεί
εμείς να ματιαστούμε
εσείς να ματιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ματιαστούν / ματιαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ματιαστεί
εσύ έχεις ματιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ματιαστεί
εμείς έχουμε ματιαστεί
εσείς έχετε ματιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ματιαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ματιαστεί
εσύ είχες ματιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ματιαστεί
εμείς είχαμε ματιαστεί
εσείς είχατε ματιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ματιαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ματιαστεί
εσύ θα έχεις ματιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ματιαστεί
εμείς θα έχουμε ματιαστεί
εσείς θα έχετε ματιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ματιαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ματιάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ματιάσου
(εσείς) ματιαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ματιάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ματιάσει
Μετοχή παρακειμένου
ματιασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ματιάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ματιαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.