to cancel (to invalidate or annul: planned activity)
Πλήρης κλίση του ρήματος ματαιώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ματαιώνω
εσύ ματαιώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ματαιώνει
εμείς ματαιώνουμε
εσείς ματαιώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ματαιώνουν / ματαιώνουνε
Παρατατικός
εγώ ματαίωνα
εσύ ματαίωνες
αυτός/αυτή/αυτό ματαίωνε
εμείς ματαιώναμε
εσείς ματαιώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ματαίωναν / ματαιώναν / ματαιώνανε
Αόριστος
εγώ ματαίωσα
εσύ ματαίωσες
αυτός/αυτή/αυτό ματαίωσε
εμείς ματαιώσαμε
εσείς ματαιώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ματαίωσαν / ματαιώσαν / ματαιώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ματαιώνω
εσύ θα ματαιώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ματαιώνει
εμείς θα ματαιώνουμε
εσείς θα ματαιώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ματαιώνουν / θα ματαιώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ματαιώσω
εσύ θα ματαιώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ματαιώσει
εμείς θα ματαιώσουμε
εσείς θα ματαιώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ματαιώσουν / θα ματαιώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ματαιώσω
εσύ να ματαιώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ματαιώσει
εμείς να ματαιώσουμε
εσείς να ματαιώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ματαιώσουν / ματαιώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ματαιώσει
εσύ έχεις ματαιώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ματαιώσει
εμείς έχουμε ματαιώσει
εσείς έχετε ματαιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ματαιώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ματαιώσει
εσύ είχες ματαιώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ματαιώσει
εμείς είχαμε ματαιώσει
εσείς είχατε ματαιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ματαιώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ματαιώσει
εσύ θα έχεις ματαιώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ματαιώσει
εμείς θα έχουμε ματαιώσει
εσείς θα έχετε ματαιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ματαιώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ματαίωνε
(εσείς) ματαιώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ματαίωσε
(εσείς) ματαιώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ματαιώνομαι
εσύ ματαιώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ματαιώνεται
εμείς ματαιωνόμαστε
εσείς ματαιώνεστε / ματαιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ματαιώνονται
Παρατατικός
εγώ ματαιωνόμουν / ματαιωνόμουνα
εσύ ματαιωνόσουν / ματαιωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ματαιωνόταν / ματαιωνότανε
εμείς ματαιωνόμασταν / ματαιωνόμαστε
εσείς ματαιωνόσασταν / ματαιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ματαιώνονταν / ματαιωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ ματαιώθηκα
εσύ ματαιώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ματαιώθηκε
εμείς ματαιωθήκαμε
εσείς ματαιωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ματαιώθηκαν / ματαιωθήκαν / ματαιωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ματαιώνομαι
εσύ θα ματαιώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ματαιώνεται
εμείς θα ματαιωνόμαστε
εσείς θα ματαιώνεστε / θα ματαιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ματαιώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ματαιωθώ
εσύ θα ματαιωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ματαιωθεί
εμείς θα ματαιωθούμε
εσείς θα ματαιωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ματαιωθούν / θα ματαιωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ματαιωθώ
εσύ να ματαιωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ματαιωθεί
εμείς να ματαιωθούμε
εσείς να ματαιωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ματαιωθούν / ματαιωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ματαιωθεί
εσύ έχεις ματαιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ματαιωθεί
εμείς έχουμε ματαιωθεί
εσείς έχετε ματαιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ματαιωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ματαιωθεί
εσύ είχες ματαιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ματαιωθεί
εμείς είχαμε ματαιωθεί
εσείς είχατε ματαιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ματαιωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ματαιωθεί
εσύ θα έχεις ματαιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ματαιωθεί
εμείς θα έχουμε ματαιωθεί
εσείς θα έχετε ματαιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ματαιωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ματαιώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ματαιώσου
(εσείς) ματαιωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ματαιώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ματαιώσει
Μετοχή παρακειμένου
ματαιωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ματαιώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ματαιωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.