to flog, to whip
Πλήρης κλίση του ρήματος μαστιγώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μαστιγώνω
εσύ μαστιγώνεις
αυτός/αυτή/αυτό μαστιγώνει
εμείς μαστιγώνουμε
εσείς μαστιγώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά μαστιγώνουν / μαστιγώνουνε
Παρατατικός
εγώ μαστίγωνα
εσύ μαστίγωνες
αυτός/αυτή/αυτό μαστίγωνε
εμείς μαστιγώναμε
εσείς μαστιγώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά μαστίγωναν / μαστιγώναν / μαστιγώνανε
Αόριστος
εγώ μαστίγωσα
εσύ μαστίγωσες
αυτός/αυτή/αυτό μαστίγωσε
εμείς μαστιγώσαμε
εσείς μαστιγώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μαστίγωσαν / μαστιγώσαν / μαστιγώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μαστιγώνω
εσύ θα μαστιγώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μαστιγώνει
εμείς θα μαστιγώνουμε
εσείς θα μαστιγώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μαστιγώνουν / θα μαστιγώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαστιγώσω
εσύ θα μαστιγώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μαστιγώσει
εμείς θα μαστιγώσουμε
εσείς θα μαστιγώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μαστιγώσουν / θα μαστιγώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μαστιγώσω
εσύ να μαστιγώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μαστιγώσει
εμείς να μαστιγώσουμε
εσείς να μαστιγώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μαστιγώσουν / μαστιγώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μαστιγώσει
εσύ έχεις μαστιγώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μαστιγώσει
εμείς έχουμε μαστιγώσει
εσείς έχετε μαστιγώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μαστιγώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μαστιγώσει
εσύ είχες μαστιγώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μαστιγώσει
εμείς είχαμε μαστιγώσει
εσείς είχατε μαστιγώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μαστιγώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μαστιγώσει
εσύ θα έχεις μαστιγώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μαστιγώσει
εμείς θα έχουμε μαστιγώσει
εσείς θα έχετε μαστιγώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μαστιγώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μαστίγωνε
(εσείς) μαστιγώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μαστίγωσε
(εσείς) μαστιγώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μαστιγώνομαι
εσύ μαστιγώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό μαστιγώνεται
εμείς μαστιγωνόμαστε
εσείς μαστιγώνεστε / μαστιγωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μαστιγώνονται
Παρατατικός
εγώ μαστιγωνόμουν / μαστιγωνόμουνα
εσύ μαστιγωνόσουν / μαστιγωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό μαστιγωνόταν / μαστιγωνότανε
εμείς μαστιγωνόμασταν / μαστιγωνόμαστε
εσείς μαστιγωνόσασταν / μαστιγωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μαστιγώνονταν / μαστιγωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ μαστιγώθηκα
εσύ μαστιγώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό μαστιγώθηκε
εμείς μαστιγωθήκαμε
εσείς μαστιγωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μαστιγώθηκαν / μαστιγωθήκαν / μαστιγωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μαστιγώνομαι
εσύ θα μαστιγώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μαστιγώνεται
εμείς θα μαστιγωνόμαστε
εσείς θα μαστιγώνεστε / θα μαστιγωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μαστιγώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαστιγωθώ
εσύ θα μαστιγωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μαστιγωθεί
εμείς θα μαστιγωθούμε
εσείς θα μαστιγωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μαστιγωθούν / θα μαστιγωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μαστιγωθώ
εσύ να μαστιγωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να μαστιγωθεί
εμείς να μαστιγωθούμε
εσείς να μαστιγωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μαστιγωθούν / μαστιγωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μαστιγωθεί
εσύ έχεις μαστιγωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μαστιγωθεί
εμείς έχουμε μαστιγωθεί
εσείς έχετε μαστιγωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μαστιγωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μαστιγωθεί
εσύ είχες μαστιγωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μαστιγωθεί
εμείς είχαμε μαστιγωθεί
εσείς είχατε μαστιγωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μαστιγωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μαστιγωθεί
εσύ θα έχεις μαστιγωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μαστιγωθεί
εμείς θα έχουμε μαστιγωθεί
εσείς θα έχετε μαστιγωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μαστιγωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μαστιγώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μαστιγώσου
(εσείς) μαστιγωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μαστιγώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας μαστιγώσει
Μετοχή παρακειμένου
μαστιγωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
μαστιγώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
μαστιγωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.