to chew, masticate, bite, mince, eat
Πλήρης κλίση του ρήματος μασάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μασάω / μασώ
εσύ μασάς
αυτός/αυτή/αυτό μασάει / μασά
εμείς μασάμε / μασούμε
εσείς μασάτε
αυτοί/αυτές/αυτά μασάνε / μασάν / μασούν / μασούνε
Παρατατικός
εγώ μασούσα / μάσαγα
εσύ μασούσες / μάσαγες
αυτός/αυτή/αυτό μασούσε / μάσαγε
εμείς μασούσαμε / μασάγαμε
εσείς μασούσατε / μασάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά μασούσαν / μασούσανε / μάσαγαν / μασάγανε
Αόριστος
εγώ μάσησα
εσύ μάσησες
αυτός/αυτή/αυτό μάσησε
εμείς μασήσαμε
εσείς μασήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μάσησαν / μασήσαν / μασήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μασάω / θα μασώ
εσύ θα μασάς
αυτός/αυτή/αυτό θα μασάει / θα μασά
εμείς θα μασάμε / θα μασούμε
εσείς θα μασάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μασάνε / θα μασάν / θα μασούν / θα μασούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μασήσω
εσύ θα μασήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μασήσει
εμείς θα μασήσουμε
εσείς θα μασήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μασήσουν / θα μασήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μασήσω
εσύ να μασήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μασήσει
εμείς να μασήσουμε
εσείς να μασήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μασήσουν / μασήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μασήσει
εσύ έχεις μασήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μασήσει
εμείς έχουμε μασήσει
εσείς έχετε μασήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μασήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μασήσει
εσύ είχες μασήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μασήσει
εμείς είχαμε μασήσει
εσείς είχατε μασήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μασήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μασήσει
εσύ θα έχεις μασήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μασήσει
εμείς θα έχουμε μασήσει
εσείς θα έχετε μασήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μασήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μάσα / μάσαγε
(εσείς) μασάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μάσησε / μάσα
(εσείς) μασήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μασιέμαι - μασώμαι
εσύ μασιέσαι - μασάσαι
αυτός/αυτή/αυτό μασιέται - μασάται
εμείς μασιόμαστε - μασόμαστε / μασώμεθα
εσείς μασιέστε / - μασάστε / μασιόσαστε - μασάστε / μασάσθε
αυτοί/αυτές/αυτά μασιούνται / - μασώνται / μασιόνται - μασώνται
Παρατατικός
εγώ μασιόμουν - — / μασιόμουνα - —
εσύ μασιόσουν - — / μασιόσουνα - —
εμείς μασιόμασταν / - — / μασιόμαστε - —
εσείς μασιόσασταν / - — / μασιόσαστε - —
αυτοί/αυτές/αυτά μασιόνταν / μασιόντανε / μασιόντουσαν
Αόριστος
εγώ μασήθηκα
εσύ μασήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό μασήθηκε
εμείς μασηθήκαμε
εσείς μασηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μασήθηκαν / μασηθήκαν / μασηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μασιέμαι - μασώμαι
εσύ θα μασιέσαι - μασάσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μασιέται - μασάται
εμείς θα μασιόμαστε - μασόμαστε / θα μασώμεθα
εσείς θα μασιέστε / θα - μασάστε / θα μασιόσαστε - μασάστε / θα μασάσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μασιούνται / θα - μασώνται / θα μασιόνται - μασώνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μασηθώ
εσύ θα μασηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μασηθεί
εμείς θα μασηθούμε
εσείς θα μασηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μασηθούν / θα μασηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μασηθώ
εσύ να μασηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να μασηθεί
εμείς να μασηθούμε
εσείς να μασηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μασηθούν / μασηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μασηθεί
εσύ έχεις μασηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μασηθεί
εμείς έχουμε μασηθεί
εσείς έχετε μασηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μασηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μασηθεί
εσύ είχες μασηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μασηθεί
εμείς είχαμε μασηθεί
εσείς είχατε μασηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μασηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μασηθεί
εσύ θα έχεις μασηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μασηθεί
εμείς θα έχουμε μασηθεί
εσείς θα έχετε μασηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μασηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μασιέστε - μασάστε / μασάσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μασήσου
(εσείς) μασηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μασώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας μασήσει
Απαρέμφατο
μασήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
μασηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.