to rev, to rev up, to gun (to press the accelerator of a motor vehicle hard)
Πλήρης κλίση του ρήματος μαρσάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μαρσάρω
εσύ μαρσάρεις
αυτός/αυτή/αυτό μαρσάρει
εμείς μαρσάρουμε
εσείς μαρσάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά μαρσάρουν / μαρσάρουνε
Παρατατικός
εγώ μαρσάριζα
εσύ μαρσάριζες
αυτός/αυτή/αυτό μαρσάριζε
εμείς μαρσάραμε
εσείς μαρσάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά μαρσάριζαν / μαρσάραν / μαρσάρανε
Αόριστος
εγώ μαρσάρισα
εσύ μαρσάρισες
αυτός/αυτή/αυτό μαρσάρισε
εμείς μαρσάραμε
εσείς μαρσάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά μαρσάρισαν / μαρσάραν / μαρσάρανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μαρσάρω
εσύ θα μαρσάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μαρσάρει
εμείς θα μαρσάρουμε
εσείς θα μαρσάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μαρσάρουν / θα μαρσάρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαρσάρω
εσύ θα μαρσάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μαρσάρει
εμείς θα μαρσάρουμε
εσείς θα μαρσάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μαρσάρουν / θα μαρσάρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μαρσάρω
εσύ να μαρσάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να μαρσάρει
εμείς να μαρσάρουμε
εσείς να μαρσάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μαρσάρουν / μαρσάρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μαρσάρει
εσύ έχεις μαρσάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μαρσάρει
εμείς έχουμε μαρσάρει
εσείς έχετε μαρσάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μαρσάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μαρσάρει
εσύ είχες μαρσάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μαρσάρει
εμείς είχαμε μαρσάρει
εσείς είχατε μαρσάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μαρσάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μαρσάρει
εσύ θα έχεις μαρσάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μαρσάρει
εμείς θα έχουμε μαρσάρει
εσείς θα έχετε μαρσάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μαρσάρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μαρσάριζε
(εσείς) μαρσάρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μαρσάρισε
(εσείς) μαρσάρετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μαρσάρομαι
εσύ μαρσάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό μαρσάρεται
εμείς μαρσαριζόμαστε
εσείς μαρσάρεστε / μαρσαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μαρσάρονται
Παρατατικός
εγώ μαρσαριζόμουν / μαρσαριζόμουνα
εσύ μαρσαριζόσουν / μαρσαριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό μαρσαριζόταν / μαρσαριζότανε
εμείς μαρσαριζόμασταν / μαρσαριζόμαστε
εσείς μαρσαριζόσασταν / μαρσαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μαρσάρονταν / μαρσαριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ μαρσαρίστηκα
εσύ μαρσαρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό μαρσαρίστηκε
εμείς μαρσαριστήκαμε
εσείς μαρσαριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μαρσαρίστηκαν / μαρσαριστήκαν / μαρσαριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μαρσάρομαι
εσύ θα μαρσάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μαρσάρεται
εμείς θα μαρσαριζόμαστε
εσείς θα μαρσάρεστε / θα μαρσαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μαρσάρονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαρσαριστώ
εσύ θα μαρσαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μαρσαριστεί
εμείς θα μαρσαριστούμε
εσείς θα μαρσαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μαρσαριστούν / θα μαρσαριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μαρσαριστώ
εσύ να μαρσαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να μαρσαριστεί
εμείς να μαρσαριστούμε
εσείς να μαρσαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μαρσαριστούν / μαρσαριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μαρσαριστεί
εσύ έχεις μαρσαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μαρσαριστεί
εμείς έχουμε μαρσαριστεί
εσείς έχετε μαρσαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μαρσαριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μαρσαριστεί
εσύ είχες μαρσαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μαρσαριστεί
εμείς είχαμε μαρσαριστεί
εσείς είχατε μαρσαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μαρσαριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μαρσαριστεί
εσύ θα έχεις μαρσαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μαρσαριστεί
εμείς θα έχουμε μαρσαριστεί
εσείς θα έχετε μαρσαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μαρσαριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μαρσάρεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μαρσαρίσου
(εσείς) μαρσαριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μαρσάροντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας μαρσάρει
Μετοχή παρακειμένου
μαρσαρισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
μαρσάρει
Απαρέμφατο (παθητικό)
μαρσαριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.