to mark, stamp, tick (with a writing implement or stamp)
Πλήρης κλίση του ρήματος μαρκάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μαρκάρω
εσύ μαρκάρεις
αυτός/αυτή/αυτό μαρκάρει
εμείς μαρκάρουμε
εσείς μαρκάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά μαρκάρουν / μαρκάρουνε
Παρατατικός
εγώ μάρκαρα / μαρκάριζα
εσύ μάρκαρες / μαρκάριζες
αυτός/αυτή/αυτό μάρκαρε / μαρκάριζε
εμείς μαρκάραμε
εσείς μαρκάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά μάρκαραν / μαρκάραν / μαρκάρανε / μαρκάριζαν
Αόριστος
εγώ μάρκαρα / μαρκάρισα
εσύ μάρκαρες / μαρκάρισες
αυτός/αυτή/αυτό μάρκαρε / μαρκάρισε
εμείς μαρκάραμε
εσείς μαρκάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά μάρκαραν / μαρκάραν / μαρκάρανε / μαρκάρισαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μαρκάρω
εσύ θα μαρκάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μαρκάρει
εμείς θα μαρκάρουμε
εσείς θα μαρκάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μαρκάρουν / θα μαρκάρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαρκάρω
εσύ θα μαρκάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μαρκάρει
εμείς θα μαρκάρουμε
εσείς θα μαρκάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μαρκάρουν / θα μαρκάρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μαρκάρω
εσύ να μαρκάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να μαρκάρει
εμείς να μαρκάρουμε
εσείς να μαρκάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μαρκάρουν / μαρκάρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μαρκάρει
εσύ έχεις μαρκάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μαρκάρει
εμείς έχουμε μαρκάρει
εσείς έχετε μαρκάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μαρκάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μαρκάρει
εσύ είχες μαρκάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μαρκάρει
εμείς είχαμε μαρκάρει
εσείς είχατε μαρκάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μαρκάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μαρκάρει
εσύ θα έχεις μαρκάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μαρκάρει
εμείς θα έχουμε μαρκάρει
εσείς θα έχετε μαρκάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μαρκάρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μάρκαρε / μαρκάριζε
(εσείς) μαρκάρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μάρκαρε / μαρκάρισε
(εσείς) μαρκάρετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μαρκάρομαι
εσύ μαρκάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό μαρκάρεται
εμείς μαρκαριζόμαστε
εσείς μαρκάρεστε / μαρκαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μαρκάρονται
Παρατατικός
εγώ μαρκαριζόμουν / μαρκαριζόμουνα
εσύ μαρκαριζόσουν / μαρκαριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό μαρκαριζόταν / μαρκαριζότανε
εμείς μαρκαριζόμασταν / μαρκαριζόμαστε
εσείς μαρκαριζόσασταν / μαρκαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μαρκάρονταν / μαρκαριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ μαρκαρίστηκα
εσύ μαρκαρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό μαρκαρίστηκε
εμείς μαρκαριστήκαμε
εσείς μαρκαριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μαρκαρίστηκαν / μαρκαριστήκαν / μαρκαριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μαρκάρομαι
εσύ θα μαρκάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μαρκάρεται
εμείς θα μαρκαριζόμαστε
εσείς θα μαρκάρεστε / θα μαρκαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μαρκάρονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαρκαριστώ
εσύ θα μαρκαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μαρκαριστεί
εμείς θα μαρκαριστούμε
εσείς θα μαρκαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μαρκαριστούν / θα μαρκαριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μαρκαριστώ
εσύ να μαρκαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να μαρκαριστεί
εμείς να μαρκαριστούμε
εσείς να μαρκαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μαρκαριστούν / μαρκαριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μαρκαριστεί
εσύ έχεις μαρκαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μαρκαριστεί
εμείς έχουμε μαρκαριστεί
εσείς έχετε μαρκαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μαρκαριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μαρκαριστεί
εσύ είχες μαρκαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μαρκαριστεί
εμείς είχαμε μαρκαριστεί
εσείς είχατε μαρκαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μαρκαριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μαρκαριστεί
εσύ θα έχεις μαρκαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μαρκαριστεί
εμείς θα έχουμε μαρκαριστεί
εσείς θα έχετε μαρκαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μαρκαριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μαρκάρεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μαρκαρίσου
(εσείς) μαρκαριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μαρκάροντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας μαρκάρει
Μετοχή παρακειμένου
μαρκαρισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
μαρκάρει
Απαρέμφατο (παθητικό)
μαρκαριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.