to wither, shrivel
Πλήρης κλίση του ρήματος μαραίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μαραίνω
εσύ μαραίνεις
αυτός/αυτή/αυτό μαραίνει
εμείς μαραίνουμε
εσείς μαραίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά μαραίνουν / μαραίνουνε
Παρατατικός
εγώ μάραινα
εσύ μάραινες
αυτός/αυτή/αυτό μάραινε
εμείς μαραίναμε
εσείς μαραίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά μάραιναν / μαραίναν / μαραίνανε
Αόριστος
εγώ μάρανα
εσύ μάρανες
αυτός/αυτή/αυτό μάρανε
εμείς μαράναμε
εσείς μαράνατε
αυτοί/αυτές/αυτά μάραναν / μαράναν / μαράνανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μαραίνω
εσύ θα μαραίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μαραίνει
εμείς θα μαραίνουμε
εσείς θα μαραίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μαραίνουν / θα μαραίνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαράνω
εσύ θα μαράνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μαράνει
εμείς θα μαράνουμε
εσείς θα μαράνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μαράνουν / θα μαράνουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μαράνω
εσύ να μαράνεις
αυτός/αυτή/αυτό να μαράνει
εμείς να μαράνουμε
εσείς να μαράνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μαράνουν / μαράνουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μαράνει
εσύ έχεις μαράνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μαράνει
εμείς έχουμε μαράνει
εσείς έχετε μαράνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μαράνει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μαράνει
εσύ είχες μαράνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μαράνει
εμείς είχαμε μαράνει
εσείς είχατε μαράνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μαράνει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μαράνει
εσύ θα έχεις μαράνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μαράνει
εμείς θα έχουμε μαράνει
εσείς θα έχετε μαράνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μαράνει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μάραινε
(εσείς) μαραίνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μάρανε
(εσείς) μαράνετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μαραίνομαι
εσύ μαραίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό μαραίνεται
εμείς μαραινόμαστε
εσείς μαραίνεστε / μαραινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μαραίνονται
Παρατατικός
εγώ μαραινόμουν / μαραινόμουνα
εσύ μαραινόσουν / μαραινόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό μαραινόταν / μαραινότανε
εμείς μαραινόμασταν / μαραινόμαστε
εσείς μαραινόσασταν / μαραινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μαραίνονταν / μαραινόντουσαν
Αόριστος
εγώ μαράθηκα
εσύ μαράθηκες
αυτός/αυτή/αυτό μαράθηκε
εμείς μαραθήκαμε
εσείς μαραθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μαράθηκαν / μαραθήκαν / μαραθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μαραίνομαι
εσύ θα μαραίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μαραίνεται
εμείς θα μαραινόμαστε
εσείς θα μαραίνεστε / θα μαραινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μαραίνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαραθώ
εσύ θα μαραθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μαραθεί
εμείς θα μαραθούμε
εσείς θα μαραθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μαραθούν / θα μαραθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μαραθώ
εσύ να μαραθείς
αυτός/αυτή/αυτό να μαραθεί
εμείς να μαραθούμε
εσείς να μαραθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μαραθούν / μαραθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μαραθεί
εσύ έχεις μαραθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μαραθεί
εμείς έχουμε μαραθεί
εσείς έχετε μαραθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μαραθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μαραθεί
εσύ είχες μαραθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μαραθεί
εμείς είχαμε μαραθεί
εσείς είχατε μαραθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μαραθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μαραθεί
εσύ θα έχεις μαραθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μαραθεί
εμείς θα έχουμε μαραθεί
εσείς θα έχετε μαραθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μαραθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μαραίνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) μαραθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μαραίνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας μαράνει
Μετοχή παρακειμένου
μαραμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
μαράνει
Απαρέμφατο (παθητικό)
μαραθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.