to tell off, scold, rebuke, chide, give out (criticise harshly)
Πλήρης κλίση του ρήματος μαλώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μαλώνω
εσύ μαλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό μαλώνει
εμείς μαλώνουμε
εσείς μαλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά μαλώνουν / μαλώνουνε
Παρατατικός
εγώ μάλωνα
εσύ μάλωνες
αυτός/αυτή/αυτό μάλωνε
εμείς μαλώναμε
εσείς μαλώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά μάλωναν / μαλώναν / μαλώνανε
Αόριστος
εγώ μάλωσα
εσύ μάλωσες
αυτός/αυτή/αυτό μάλωσε
εμείς μαλώσαμε
εσείς μαλώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μάλωσαν / μαλώσαν / μαλώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μαλώνω
εσύ θα μαλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μαλώνει
εμείς θα μαλώνουμε
εσείς θα μαλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μαλώνουν / θα μαλώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαλώσω
εσύ θα μαλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μαλώσει
εμείς θα μαλώσουμε
εσείς θα μαλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μαλώσουν / θα μαλώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μαλώσω
εσύ να μαλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μαλώσει
εμείς να μαλώσουμε
εσείς να μαλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μαλώσουν / μαλώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μαλώσει
εσύ έχεις μαλώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μαλώσει
εμείς έχουμε μαλώσει
εσείς έχετε μαλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μαλώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μαλώσει
εσύ είχες μαλώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μαλώσει
εμείς είχαμε μαλώσει
εσείς είχατε μαλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μαλώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μαλώσει
εσύ θα έχεις μαλώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μαλώσει
εμείς θα έχουμε μαλώσει
εσείς θα έχετε μαλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μαλώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μαλώνε
(εσείς) μαλώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μαλώσε
(εσείς) μαλώστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μαλώνοντας / έχοντας μαλώσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
μαλωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
μαλώσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.