to soften (to make something soft or softer)
Πλήρης κλίση του ρήματος μαλακώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μαλακώνω
εσύ μαλακώνεις
αυτός/αυτή/αυτό μαλακώνει
εμείς μαλακώνουμε
εσείς μαλακώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά μαλακώνουν / μαλακώνουνε
Παρατατικός
εγώ μαλάκωνα
εσύ μαλάκωνες
αυτός/αυτή/αυτό μαλάκωνε
εμείς μαλακώναμε
εσείς μαλακώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά μαλάκωναν / μαλακώναν / μαλακώνανε
Αόριστος
εγώ μαλάκωσα
εσύ μαλάκωσες
αυτός/αυτή/αυτό μαλάκωσε
εμείς μαλακώσαμε
εσείς μαλακώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά μαλάκωσαν / μαλακώσαν / μαλακώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μαλακώνω
εσύ θα μαλακώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μαλακώνει
εμείς θα μαλακώνουμε
εσείς θα μαλακώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μαλακώνουν / θα μαλακώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαλακώσω
εσύ θα μαλακώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μαλακώσει
εμείς θα μαλακώσουμε
εσείς θα μαλακώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μαλακώσουν / θα μαλακώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μαλακώσω
εσύ να μαλακώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να μαλακώσει
εμείς να μαλακώσουμε
εσείς να μαλακώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μαλακώσουν / μαλακώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μαλακώσει
εσύ έχεις μαλακώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μαλακώσει
εμείς έχουμε μαλακώσει
εσείς έχετε μαλακώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μαλακώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μαλακώσει
εσύ είχες μαλακώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μαλακώσει
εμείς είχαμε μαλακώσει
εσείς είχατε μαλακώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μαλακώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μαλακώσει
εσύ θα έχεις μαλακώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μαλακώσει
εμείς θα έχουμε μαλακώσει
εσείς θα έχετε μαλακώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μαλακώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μαλάκωνε
(εσείς) μαλακώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μαλάκωσε
(εσείς) μαλακώστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μαλακώνοντας / έχοντας μαλακώσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
μαλακωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
μαλακώσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.