to lengthen, to make longer
Πλήρης κλίση του ρήματος μακραίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μακραίνω
εσύ μακραίνεις
αυτός/αυτή/αυτό μακραίνει
εμείς μακραίνουμε
εσείς μακραίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά μακραίνουν / μακραίνουνε
Παρατατικός
εγώ μάκραινα
εσύ μάκραινες
αυτός/αυτή/αυτό μάκραινε
εμείς μακραίναμε
εσείς μακραίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά μάκραιναν / μακραίναν / μακραίνανε
Αόριστος
εγώ μάκρυνα
εσύ μάκρυνες
αυτός/αυτή/αυτό μάκρυνε
εμείς μακρύναμε
εσείς μακρύνατε
αυτοί/αυτές/αυτά μάκρυναν / μακρύναν / μακρύνανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μακραίνω
εσύ θα μακραίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μακραίνει
εμείς θα μακραίνουμε
εσείς θα μακραίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μακραίνουν / θα μακραίνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μακρύνω
εσύ θα μακρύνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μακρύνει
εμείς θα μακρύνουμε
εσείς θα μακρύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μακρύνουν / θα μακρύνουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μακρύνω
εσύ να μακρύνεις
αυτός/αυτή/αυτό να μακρύνει
εμείς να μακρύνουμε
εσείς να μακρύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μακρύνουν / μακρύνουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μακρύνει
εσύ έχεις μακρύνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μακρύνει
εμείς έχουμε μακρύνει
εσείς έχετε μακρύνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μακρύνει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μακρύνει
εσύ είχες μακρύνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μακρύνει
εμείς είχαμε μακρύνει
εσείς είχατε μακρύνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μακρύνει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μακρύνει
εσύ θα έχεις μακρύνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μακρύνει
εμείς θα έχουμε μακρύνει
εσείς θα έχετε μακρύνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μακρύνει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μάκραινε
(εσείς) μακραίνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μάκρυνε
(εσείς) μακρύντε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μακραίνοντας / έχοντας μακρύνει
Απαρέμφατο
μακρύνει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.