to transpire, become known
Πλήρης κλίση του ρήματος μαθεύομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μαθεύομαι
εσύ μαθεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό μαθεύεται
εμείς μαθευόμαστε
εσείς μαθεύεστε / μαθευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μαθεύονται
Παρατατικός
εγώ μαθευόμουν / μαθευόμουνα
εσύ μαθευόσουν / μαθευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό μαθευόταν / μαθευότανε
εμείς μαθευόμασταν / μαθευόμαστε
εσείς μαθευόσασταν / μαθευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μαθεύονταν / μαθευόντουσαν
Αόριστος
εγώ μαθεύτηκα
εσύ μαθεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό μαθεύτηκε
εμείς μαθευτήκαμε
εσείς μαθευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μαθεύτηκαν / μαθευτήκαν / μαθευτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μαθεύομαι
εσύ θα μαθεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μαθεύεται
εμείς θα μαθευόμαστε
εσείς θα μαθεύεστε / θα μαθευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μαθεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαθευτώ
εσύ θα μαθευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μαθευτεί
εμείς θα μαθευτούμε
εσείς θα μαθευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μαθευτούν / θα μαθευτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μαθευτώ
εσύ να μαθευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να μαθευτεί
εμείς να μαθευτούμε
εσείς να μαθευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μαθευτούν / μαθευτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μαθευτεί
εσύ έχεις μαθευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μαθευτεί
εμείς έχουμε μαθευτεί
εσείς έχετε μαθευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μαθευτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μαθευτεί
εσύ είχες μαθευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μαθευτεί
εμείς είχαμε μαθευτεί
εσείς είχατε μαθευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μαθευτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μαθευτεί
εσύ θα έχεις μαθευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μαθευτεί
εμείς θα έχουμε μαθευτεί
εσείς θα έχετε μαθευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μαθευτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μαθεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μαθέψου
(εσείς) μαθευτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
μαθημένος, ‑η, ‑ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
μαθευτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.