to stay, reside, live (somewhere)
Πλήρης κλίση του ρήματος μένω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μένω
εσύ μένεις
αυτός/αυτή/αυτό μένει
εμείς μένουμε
εσείς μένετε
αυτοί/αυτές/αυτά μένουν / μένουνε
Παρατατικός
εγώ έμενα
εσύ έμενες
αυτός/αυτή/αυτό έμενε
εμείς μέναμε
εσείς μένατε
αυτοί/αυτές/αυτά έμεναν / μέναν / μένανε
Αόριστος
εγώ έμεινα
εσύ έμεινες
αυτός/αυτή/αυτό έμεινε
εμείς μείναμε
εσείς μείνατε
αυτοί/αυτές/αυτά έμειναν / μείναν / μείνανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μένω
εσύ θα μένεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μένει
εμείς θα μένουμε
εσείς θα μένετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μένουν / θα μένουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μείνω
εσύ θα μείνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα μείνει
εμείς θα μείνουμε
εσείς θα μείνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μείνουν / θα μείνουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μείνω
εσύ να μείνεις
αυτός/αυτή/αυτό να μείνει
εμείς να μείνουμε
εσείς να μείνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να μείνουν / μείνουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μείνει
εσύ έχεις μείνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει μείνει
εμείς έχουμε μείνει
εσείς έχετε μείνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μείνει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μείνει
εσύ είχες μείνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε μείνει
εμείς είχαμε μείνει
εσείς είχατε μείνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μείνει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μείνει
εσύ θα έχεις μείνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μείνει
εμείς θα έχουμε μείνει
εσείς θα έχετε μείνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μείνει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) μένε
(εσείς) μένετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) μείνε
(εσείς) μείνετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
μένοντας / έχοντας μείνει
Απαρέμφατο
μείνει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.