to blame
Πλήρης κλίση του ρήματος μέμφομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ μέμφομαι
εσύ μέμφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό μέμφεται
εμείς μεμφόμαστε
εσείς μέμφεστε / μεμφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μέμφονται
Παρατατικός
εγώ μεμφόμουν / μεμφόμουνα
εσύ μεμφόσουν / μεμφόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό μεμφόταν / μεμφότανε
εμείς μεμφόμασταν / μεμφόμαστε
εσείς μεμφόσασταν / μεμφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά μέμφονταν / μεμφόντουσαν
Αόριστος
εγώ μέμφθηκα
εσύ μέμφθηκες
αυτός/αυτή/αυτό μέμφθηκε
εμείς μεμφθήκαμε
εσείς μεμφθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά μέμφθηκαν / μεμφθήκαν / μεμφθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα μέμφομαι
εσύ θα μέμφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα μέμφεται
εμείς θα μεμφόμαστε
εσείς θα μέμφεστε / θα μεμφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μέμφονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μεμφθώ
εσύ θα μεμφθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα μεμφθεί
εμείς θα μεμφθούμε
εσείς θα μεμφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα μεμφθούν / θα μεμφθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να μεμφθώ
εσύ να μεμφθείς
αυτός/αυτή/αυτό να μεμφθεί
εμείς να μεμφθούμε
εσείς να μεμφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να μεμφθούν / μεμφθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω μεμφθεί
εσύ έχεις μεμφθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει μεμφθεί
εμείς έχουμε μεμφθεί
εσείς έχετε μεμφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν μεμφθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα μεμφθεί
εσύ είχες μεμφθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε μεμφθεί
εμείς είχαμε μεμφθεί
εσείς είχατε μεμφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν μεμφθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω μεμφθεί
εσύ θα έχεις μεμφθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει μεμφθεί
εμείς θα έχουμε μεμφθεί
εσείς θα έχετε μεμφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν μεμφθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) μέμφεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) μεμφθείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
μεμφθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.