Κλίση του ρήματος λυσσάω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

λυσσάω
to go rabid, be afflicted with rabies
Πλήρης κλίση του ρήματος λυσσάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εσύ λυσσάς
αυτός/αυτή/αυτό λυσσάει / λυσσά
εμείς λυσσάμε / λυσσούμε
εσείς λυσσάτε
αυτοί/αυτές/αυτά λυσσάνε / λυσσάν / λυσσούν / λυσσούνε

Παρατατικός

εγώ λυσσούσα / λύσσαγα
εσύ λυσσούσες / λύσσαγες
αυτός/αυτή/αυτό λυσσούσε / λύσσαγε
εμείς λυσσούσαμε / λυσσάγαμε
εσείς λυσσούσατε / λυσσάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά λυσσούσαν / λυσσούσανε / λύσσαγαν / λυσσάγανε

Αόριστος

εγώ λύσσαξα
εσύ λύσσαξες
αυτός/αυτή/αυτό λύσσαξε
εμείς λυσσάξαμε
εσείς λυσσάξατε
αυτοί/αυτές/αυτά λύσσαξαν / λυσσάξαν / λυσσάξανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εσύ θα λυσσάς
αυτός/αυτή/αυτό θα λυσσάει / θα λυσσά
εμείς θα λυσσάμε / θα λυσσούμε
εσείς θα λυσσάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λυσσάνε / θα λυσσάν / θα λυσσούν / θα λυσσούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα λυσσάξω
εσύ θα λυσσάξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λυσσάξει
εμείς θα λυσσάξουμε
εσείς θα λυσσάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λυσσάξουν / θα λυσσάξουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να λυσσάξω
εσύ να λυσσάξεις
αυτός/αυτή/αυτό να λυσσάξει
εμείς να λυσσάξουμε
εσείς να λυσσάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να λυσσάξουν / λυσσάξουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω λυσσάξει
εσύ έχεις λυσσάξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει λυσσάξει
εμείς έχουμε λυσσάξει
εσείς έχετε λυσσάξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν λυσσάξει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα λυσσάξει
εσύ είχες λυσσάξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε λυσσάξει
εμείς είχαμε λυσσάξει
εσείς είχατε λυσσάξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν λυσσάξει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω λυσσάξει
εσύ θα έχεις λυσσάξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει λυσσάξει
εμείς θα έχουμε λυσσάξει
εσείς θα έχετε λυσσάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν λυσσάξει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) λύσσα / λύσσαγε
(εσείς) λυσσάτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) λύσσαξε / λύσσα
(εσείς) λυσσάξτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

λυσσώντας / έχοντας λυσσάξει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

λυσσασμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

λυσσάξει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.