to skive, shirk, loaf (to avoid working due to laziness)
Πλήρης κλίση του ρήματος λουφάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ λουφάρω
εσύ λουφάρεις
αυτός/αυτή/αυτό λουφάρει
εμείς λουφάρουμε
εσείς λουφάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά λουφάρουν / λουφάρουνε
Παρατατικός
εγώ λούφαρα / λουφάριζα
εσύ λούφαρες / λουφάριζες
αυτός/αυτή/αυτό λούφαρε / λουφάριζε
εμείς λουφάραμε
εσείς λουφάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά λούφαραν / λουφάραν / λουφάρανε / λουφάριζαν
Αόριστος
εγώ λούφαρα / λουφάρισα
εσύ λούφαρες / λουφάρισες
αυτός/αυτή/αυτό λούφαρε / λουφάρισε
εμείς λουφάραμε
εσείς λουφάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά λούφαραν / λουφάραν / λουφάρανε / λουφάρισαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα λουφάρω
εσύ θα λουφάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λουφάρει
εμείς θα λουφάρουμε
εσείς θα λουφάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λουφάρουν / θα λουφάρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λουφάρω
εσύ θα λουφάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λουφάρει
εμείς θα λουφάρουμε
εσείς θα λουφάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λουφάρουν / θα λουφάρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να λουφάρω
εσύ να λουφάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να λουφάρει
εμείς να λουφάρουμε
εσείς να λουφάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να λουφάρουν / λουφάρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω λουφάρει
εσύ έχεις λουφάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει λουφάρει
εμείς έχουμε λουφάρει
εσείς έχετε λουφάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν λουφάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα λουφάρει
εσύ είχες λουφάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε λουφάρει
εμείς είχαμε λουφάρει
εσείς είχατε λουφάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν λουφάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω λουφάρει
εσύ θα έχεις λουφάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει λουφάρει
εμείς θα έχουμε λουφάρει
εσείς θα έχετε λουφάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν λουφάρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) λούφαρε / λουφάριζε
(εσείς) λουφάρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) λούφαρε / λουφάρισε
(εσείς) λουφάρετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
λουφάροντας / έχοντας λουφάρει
Απαρέμφατο
λουφάρει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.