Κλίση του ρήματος λογχίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

λογχίζω
to spear, bayonet
Πλήρης κλίση του ρήματος λογχίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ λογχίζω
εσύ λογχίζεις
αυτός/αυτή/αυτό λογχίζει
εμείς λογχίζουμε
εσείς λογχίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά λογχίζουν / λογχίζουνε

Παρατατικός

εγώ λόγχιζα
εσύ λόγχιζες
αυτός/αυτή/αυτό λόγχιζε
εμείς λογχίζαμε
εσείς λογχίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά λόγχιζαν / λογχίζαν / λογχίζανε

Αόριστος

εγώ λόγχισα
εσύ λόγχισες
αυτός/αυτή/αυτό λόγχισε
εμείς λογχίσαμε
εσείς λογχίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά λόγχισαν / λογχίσαν / λογχίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα λογχίζω
εσύ θα λογχίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λογχίζει
εμείς θα λογχίζουμε
εσείς θα λογχίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λογχίζουν / θα λογχίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα λογχίσω
εσύ θα λογχίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λογχίσει
εμείς θα λογχίσουμε
εσείς θα λογχίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λογχίσουν / θα λογχίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να λογχίσω
εσύ να λογχίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να λογχίσει
εμείς να λογχίσουμε
εσείς να λογχίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να λογχίσουν / λογχίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω λογχίσει
εσύ έχεις λογχίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει λογχίσει
εμείς έχουμε λογχίσει
εσείς έχετε λογχίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν λογχίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα λογχίσει
εσύ είχες λογχίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε λογχίσει
εμείς είχαμε λογχίσει
εσείς είχατε λογχίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν λογχίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω λογχίσει
εσύ θα έχεις λογχίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει λογχίσει
εμείς θα έχουμε λογχίσει
εσείς θα έχετε λογχίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν λογχίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) λόγχιζε
(εσείς) λογχίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) λόγχισε
(εσείς) λογχίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ λογχίζομαι
εσύ λογχίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό λογχίζεται
εμείς λογχιζόμαστε
εσείς λογχίζεστε / λογχιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά λογχίζονται

Παρατατικός

εγώ λογχιζόμουν / λογχιζόμουνα
εσύ λογχιζόσουν / λογχιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό λογχιζόταν / λογχιζότανε
εμείς λογχιζόμασταν / λογχιζόμαστε
εσείς λογχιζόσασταν / λογχιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά λογχίζονταν / λογχιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ λογχίστηκα
εσύ λογχίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό λογχίστηκε
εμείς λογχιστήκαμε
εσείς λογχιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά λογχίστηκαν / λογχιστήκαν / λογχιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα λογχίζομαι
εσύ θα λογχίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα λογχίζεται
εμείς θα λογχιζόμαστε
εσείς θα λογχίζεστε / θα λογχιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λογχίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα λογχιστώ
εσύ θα λογχιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα λογχιστεί
εμείς θα λογχιστούμε
εσείς θα λογχιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λογχιστούν / θα λογχιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να λογχιστώ
εσύ να λογχιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να λογχιστεί
εμείς να λογχιστούμε
εσείς να λογχιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να λογχιστούν / λογχιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω λογχιστεί
εσύ έχεις λογχιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει λογχιστεί
εμείς έχουμε λογχιστεί
εσείς έχετε λογχιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν λογχιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα λογχιστεί
εσύ είχες λογχιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε λογχιστεί
εμείς είχαμε λογχιστεί
εσείς είχατε λογχιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν λογχιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω λογχιστεί
εσύ θα έχεις λογχιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει λογχιστεί
εμείς θα έχουμε λογχιστεί
εσείς θα έχετε λογχιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν λογχιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) λογχίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) λογχίσου
(εσείς) λογχιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

λογχίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας λογχίσει

Απαρέμφατο

λογχίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

λογχιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.