to censor
Πλήρης κλίση του ρήματος λογοκρίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ λογοκρίνω
εσύ λογοκρίνεις
αυτός/αυτή/αυτό λογοκρίνει
εμείς λογοκρίνουμε
εσείς λογοκρίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά λογοκρίνουν / λογοκρίνουνε
Παρατατικός
εγώ λογόκρινα
εσύ λογόκρινες
αυτός/αυτή/αυτό λογόκρινε
εμείς λογοκρίναμε
εσείς λογοκρίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά λογόκριναν / λογοκρίναν / λογοκρίνανε
Αόριστος
εγώ λογόκρινα
εσύ λογόκρινες
αυτός/αυτή/αυτό λογόκρινε
εμείς λογοκρίναμε
εσείς λογοκρίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά λογόκριναν / λογοκρίναν / λογοκρίνανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα λογοκρίνω
εσύ θα λογοκρίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λογοκρίνει
εμείς θα λογοκρίνουμε
εσείς θα λογοκρίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λογοκρίνουν / θα λογοκρίνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λογοκρίνω
εσύ θα λογοκρίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λογοκρίνει
εμείς θα λογοκρίνουμε
εσείς θα λογοκρίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λογοκρίνουν / θα λογοκρίνουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να λογοκρίνω
εσύ να λογοκρίνεις
αυτός/αυτή/αυτό να λογοκρίνει
εμείς να λογοκρίνουμε
εσείς να λογοκρίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να λογοκρίνουν / λογοκρίνουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω λογοκρίνει
εσύ έχεις λογοκρίνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει λογοκρίνει
εμείς έχουμε λογοκρίνει
εσείς έχετε λογοκρίνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν λογοκρίνει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα λογοκρίνει
εσύ είχες λογοκρίνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε λογοκρίνει
εμείς είχαμε λογοκρίνει
εσείς είχατε λογοκρίνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν λογοκρίνει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω λογοκρίνει
εσύ θα έχεις λογοκρίνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει λογοκρίνει
εμείς θα έχουμε λογοκρίνει
εσείς θα έχετε λογοκρίνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν λογοκρίνει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) λογόκρινε
(εσείς) λογοκρίνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) λογόκρινε
(εσείς) λογοκρίνετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ λογοκρίνομαι
εσύ λογοκρίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό λογοκρίνεται
εμείς λογοκρινόμαστε
εσείς λογοκρίνεστε / λογοκρινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά λογοκρίνονται
Παρατατικός
εγώ λογοκρινόμουν / λογοκρινόμουνα
εσύ λογοκρινόσουν / λογοκρινόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό λογοκρινόταν / λογοκρινότανε
εμείς λογοκρινόμασταν / λογοκρινόμαστε
εσείς λογοκρινόσασταν / λογοκρινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά λογοκρίνονταν / λογοκρινόντουσαν
Αόριστος
εγώ λογοκρίθηκα
εσύ λογοκρίθηκες
αυτός/αυτή/αυτό λογοκρίθηκε
εμείς λογοκριθήκαμε
εσείς λογοκριθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά λογοκρίθηκαν / λογοκριθήκαν / λογοκριθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα λογοκρίνομαι
εσύ θα λογοκρίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα λογοκρίνεται
εμείς θα λογοκρινόμαστε
εσείς θα λογοκρίνεστε / θα λογοκρινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λογοκρίνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λογοκριθώ
εσύ θα λογοκριθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα λογοκριθεί
εμείς θα λογοκριθούμε
εσείς θα λογοκριθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λογοκριθούν / θα λογοκριθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να λογοκριθώ
εσύ να λογοκριθείς
αυτός/αυτή/αυτό να λογοκριθεί
εμείς να λογοκριθούμε
εσείς να λογοκριθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να λογοκριθούν / λογοκριθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω λογοκριθεί
εσύ έχεις λογοκριθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει λογοκριθεί
εμείς έχουμε λογοκριθεί
εσείς έχετε λογοκριθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν λογοκριθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα λογοκριθεί
εσύ είχες λογοκριθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε λογοκριθεί
εμείς είχαμε λογοκριθεί
εσείς είχατε λογοκριθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν λογοκριθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω λογοκριθεί
εσύ θα έχεις λογοκριθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει λογοκριθεί
εμείς θα έχουμε λογοκριθεί
εσείς θα έχετε λογοκριθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν λογοκριθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) λογοκρίνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) λογοκρίσου
(εσείς) λογοκριθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
λογοκρίνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας λογοκρίνει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
λογοκρινόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
λογοκριμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
λογοκρίνει
Απαρέμφατο (παθητικό)
λογοκριθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.