to be considered
Πλήρης κλίση του ρήματος λογίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ λογίζομαι
εσύ λογίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό λογίζεται
εμείς λογιζόμαστε
εσείς λογίζεστε / λογιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά λογίζονται
Παρατατικός
εγώ λογιζόμουν / λογιζόμουνα
εσύ λογιζόσουν / λογιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό λογιζόταν / λογιζότανε
εμείς λογιζόμασταν / λογιζόμαστε
εσείς λογιζόσασταν / λογιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά λογίζονταν / λογιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ λογίστηκα
εσύ λογίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό λογίστηκε
εμείς λογιστήκαμε
εσείς λογιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά λογίστηκαν / λογιστήκαν / λογιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα λογίζομαι
εσύ θα λογίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα λογίζεται
εμείς θα λογιζόμαστε
εσείς θα λογίζεστε / θα λογιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λογίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λογιστώ
εσύ θα λογιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα λογιστεί
εμείς θα λογιστούμε
εσείς θα λογιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λογιστούν / θα λογιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να λογιστώ
εσύ να λογιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να λογιστεί
εμείς να λογιστούμε
εσείς να λογιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να λογιστούν / λογιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω λογιστεί
εσύ έχεις λογιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει λογιστεί
εμείς έχουμε λογιστεί
εσείς έχετε λογιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν λογιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα λογιστεί
εσύ είχες λογιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε λογιστεί
εμείς είχαμε λογιστεί
εσείς είχατε λογιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν λογιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω λογιστεί
εσύ θα έχεις λογιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει λογιστεί
εμείς θα έχουμε λογιστεί
εσείς θα έχετε λογιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν λογιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) λογίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) λογίσου
(εσείς) λογιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
λογιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.