Κλίση του ρήματος λιώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

λιώνω
to melt (make something liquid by heat)
Πλήρης κλίση του ρήματος λιώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ λιώνω
εσύ λιώνεις
αυτός/αυτή/αυτό λιώνει
εμείς λιώνουμε
εσείς λιώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά λιώνουν / λιώνουνε

Παρατατικός

εγώ έλιωνα
εσύ έλιωνες
αυτός/αυτή/αυτό έλιωνε
εμείς λιώναμε
εσείς λιώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά έλιωναν / λιώναν / λιώνανε

Αόριστος

εγώ έλιωσα
εσύ έλιωσες
αυτός/αυτή/αυτό έλιωσε
εμείς λιώσαμε
εσείς λιώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έλιωσαν / λιώσαν / λιώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα λιώνω
εσύ θα λιώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λιώνει
εμείς θα λιώνουμε
εσείς θα λιώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λιώνουν / θα λιώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα λιώσω
εσύ θα λιώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λιώσει
εμείς θα λιώσουμε
εσείς θα λιώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λιώσουν / θα λιώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να λιώσω
εσύ να λιώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να λιώσει
εμείς να λιώσουμε
εσείς να λιώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να λιώσουν / λιώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω λιώσει
εσύ έχεις λιώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει λιώσει
εμείς έχουμε λιώσει
εσείς έχετε λιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν λιώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα λιώσει
εσύ είχες λιώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε λιώσει
εμείς είχαμε λιώσει
εσείς είχατε λιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν λιώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω λιώσει
εσύ θα έχεις λιώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει λιώσει
εμείς θα έχουμε λιώσει
εσείς θα έχετε λιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν λιώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) λιώνε
(εσείς) λιώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) λιώσε
(εσείς) λιώστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

λιώνοντας / έχοντας λιώσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

λιωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

λιώσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.