Κλίση του ρήματος λιμπίζομαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

λιμπίζομαι
to fancy, crave, one's mouth waters for (have an immense appetite for)
Πλήρης κλίση του ρήματος λιμπίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ λιμπίζομαι
εσύ λιμπίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό λιμπίζεται
εμείς λιμπιζόμαστε
εσείς λιμπίζεστε / λιμπιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά λιμπίζονται

Παρατατικός

εγώ λιμπιζόμουν / λιμπιζόμουνα
εσύ λιμπιζόσουν / λιμπιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό λιμπιζόταν / λιμπιζότανε
εμείς λιμπιζόμασταν / λιμπιζόμαστε
εσείς λιμπιζόσασταν / λιμπιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά λιμπίζονταν / λιμπιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ λιμπίστηκα
εσύ λιμπίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό λιμπίστηκε
εμείς λιμπιστήκαμε
εσείς λιμπιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά λιμπίστηκαν / λιμπιστήκαν / λιμπιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα λιμπίζομαι
εσύ θα λιμπίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα λιμπίζεται
εμείς θα λιμπιζόμαστε
εσείς θα λιμπίζεστε / θα λιμπιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λιμπίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα λιμπιστώ
εσύ θα λιμπιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα λιμπιστεί
εμείς θα λιμπιστούμε
εσείς θα λιμπιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λιμπιστούν / θα λιμπιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να λιμπιστώ
εσύ να λιμπιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να λιμπιστεί
εμείς να λιμπιστούμε
εσείς να λιμπιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να λιμπιστούν / λιμπιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω λιμπιστεί
εσύ έχεις λιμπιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει λιμπιστεί
εμείς έχουμε λιμπιστεί
εσείς έχετε λιμπιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν λιμπιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα λιμπιστεί
εσύ είχες λιμπιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε λιμπιστεί
εμείς είχαμε λιμπιστεί
εσείς είχατε λιμπιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν λιμπιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω λιμπιστεί
εσύ θα έχεις λιμπιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει λιμπιστεί
εμείς θα έχουμε λιμπιστεί
εσείς θα έχετε λιμπιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν λιμπιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) λιμπίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) λιμπίσου
(εσείς) λιμπιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Απαρέμφατο (παθητικό)

λιμπιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.