Κλίση του ρήματος λιγοστεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

λιγοστεύω
to reduce, decrease, lessen
Πλήρης κλίση του ρήματος λιγοστεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ λιγοστεύω
εσύ λιγοστεύεις
αυτός/αυτή/αυτό λιγοστεύει
εμείς λιγοστεύουμε
εσείς λιγοστεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά λιγοστεύουν / λιγοστεύουνε

Παρατατικός

εγώ λιγόστευα
εσύ λιγόστευες
αυτός/αυτή/αυτό λιγόστευε
εμείς λιγοστεύαμε
εσείς λιγοστεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά λιγόστευαν / λιγοστεύαν / λιγοστεύανε

Αόριστος

εγώ λιγόστεψα
εσύ λιγόστεψες
αυτός/αυτή/αυτό λιγόστεψε
εμείς λιγοστέψαμε
εσείς λιγοστέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά λιγόστεψαν / λιγοστέψαν / λιγοστέψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα λιγοστεύω
εσύ θα λιγοστεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λιγοστεύει
εμείς θα λιγοστεύουμε
εσείς θα λιγοστεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λιγοστεύουν / θα λιγοστεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα λιγοστέψω
εσύ θα λιγοστέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λιγοστέψει
εμείς θα λιγοστέψουμε
εσείς θα λιγοστέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λιγοστέψουν / θα λιγοστέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να λιγοστέψω
εσύ να λιγοστέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να λιγοστέψει
εμείς να λιγοστέψουμε
εσείς να λιγοστέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να λιγοστέψουν / λιγοστέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω λιγοστέψει
εσύ έχεις λιγοστέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει λιγοστέψει
εμείς έχουμε λιγοστέψει
εσείς έχετε λιγοστέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν λιγοστέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα λιγοστέψει
εσύ είχες λιγοστέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε λιγοστέψει
εμείς είχαμε λιγοστέψει
εσείς είχατε λιγοστέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν λιγοστέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω λιγοστέψει
εσύ θα έχεις λιγοστέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει λιγοστέψει
εμείς θα έχουμε λιγοστέψει
εσείς θα έχετε λιγοστέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν λιγοστέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) λιγόστευε
(εσείς) λιγοστεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) λιγόστεψε / λιγόστευ'
(εσείς) λιγοστέψτε / λιγοστεύτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

λιγοστεύοντας / έχοντας λιγοστέψει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

λιγοστεμένος, -η, -o / λιγοστευμένος

Απαρέμφατο

λιγοστέψει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.