alternative form of ελευθερώνω (eleftheróno, “to free”)
Πλήρης κλίση του ρήματος λευτερώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ λευτερώνω
εσύ λευτερώνεις
αυτός/αυτή/αυτό λευτερώνει
εμείς λευτερώνουμε
εσείς λευτερώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά λευτερώνουν / λευτερώνουνε
Παρατατικός
εγώ λευτερωνα
εσύ λευτερωνες
αυτός/αυτή/αυτό λευτερωνε
εμείς λευτερώναμε
εσείς λευτερώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά λευτερωναν / λευτερώναν / λευτερώνανε
Αόριστος
εγώ λευτερωσα
εσύ λευτερωσες
αυτός/αυτή/αυτό λευτερωσε
εμείς λευτερώσαμε
εσείς λευτερώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά λευτερωσαν / λευτερώσαν / λευτερώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα λευτερώνω
εσύ θα λευτερώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λευτερώνει
εμείς θα λευτερώνουμε
εσείς θα λευτερώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λευτερώνουν / θα λευτερώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λευτερώσω
εσύ θα λευτερώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λευτερώσει
εμείς θα λευτερώσουμε
εσείς θα λευτερώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λευτερώσουν / θα λευτερώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να λευτερώσω
εσύ να λευτερώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να λευτερώσει
εμείς να λευτερώσουμε
εσείς να λευτερώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να λευτερώσουν / λευτερώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω λευτερώσει
εσύ έχεις λευτερώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει λευτερώσει
εμείς έχουμε λευτερώσει
εσείς έχετε λευτερώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν λευτερώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα λευτερώσει
εσύ είχες λευτερώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε λευτερώσει
εμείς είχαμε λευτερώσει
εσείς είχατε λευτερώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν λευτερώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω λευτερώσει
εσύ θα έχεις λευτερώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει λευτερώσει
εμείς θα έχουμε λευτερώσει
εσείς θα έχετε λευτερώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν λευτερώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) λευτερωνε
(εσείς) λευτερώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) λευτερωσε
(εσείς) λευτερώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ λευτερώνομαι
εσύ λευτερώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό λευτερώνεται
εμείς λευτερωνόμαστε
εσείς λευτερώνεστε / λευτερωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά λευτερώνονται
Παρατατικός
εγώ λευτερωνόμουν / λευτερωνόμουνα
εσύ λευτερωνόσουν / λευτερωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό λευτερωνόταν / λευτερωνότανε
εμείς λευτερωνόμασταν / λευτερωνόμαστε
εσείς λευτερωνόσασταν / λευτερωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά λευτερώνονταν / λευτερωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ λευτερώθηκα
εσύ λευτερώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό λευτερώθηκε
εμείς λευτερωθήκαμε
εσείς λευτερωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά λευτερώθηκαν / λευτερωθήκαν / λευτερωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα λευτερώνομαι
εσύ θα λευτερώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα λευτερώνεται
εμείς θα λευτερωνόμαστε
εσείς θα λευτερώνεστε / θα λευτερωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λευτερώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λευτερωθώ
εσύ θα λευτερωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα λευτερωθεί
εμείς θα λευτερωθούμε
εσείς θα λευτερωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λευτερωθούν / θα λευτερωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να λευτερωθώ
εσύ να λευτερωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να λευτερωθεί
εμείς να λευτερωθούμε
εσείς να λευτερωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να λευτερωθούν / λευτερωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω λευτερωθεί
εσύ έχεις λευτερωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει λευτερωθεί
εμείς έχουμε λευτερωθεί
εσείς έχετε λευτερωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν λευτερωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα λευτερωθεί
εσύ είχες λευτερωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε λευτερωθεί
εμείς είχαμε λευτερωθεί
εσείς είχατε λευτερωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν λευτερωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω λευτερωθεί
εσύ θα έχεις λευτερωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει λευτερωθεί
εμείς θα έχουμε λευτερωθεί
εσείς θα έχετε λευτερωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν λευτερωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) λευτερώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) λευτερώσου
(εσείς) λευτερωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
λευτερώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας λευτερώσει
Μετοχή παρακειμένου
λευτερωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
λευτερώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
λευτερωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.