to turn lesbian, become lesbian
Πλήρης κλίση του ρήματος λεσβιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ λεσβιάζω
εσύ λεσβιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό λεσβιάζει
εμείς λεσβιάζουμε
εσείς λεσβιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά λεσβιάζουν / λεσβιάζουνε
Παρατατικός
εγώ λεσβίαζα
εσύ λεσβίαζες
αυτός/αυτή/αυτό λεσβίαζε
εμείς λεσβιάζαμε
εσείς λεσβιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά λεσβίαζαν / λεσβιάζαν / λεσβιάζανε
Αόριστος
εγώ λεσβίασα
εσύ λεσβίασες
αυτός/αυτή/αυτό λεσβίασε
εμείς λεσβιάσαμε
εσείς λεσβιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά λεσβίασαν / λεσβιάσαν / λεσβιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα λεσβιάζω
εσύ θα λεσβιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λεσβιάζει
εμείς θα λεσβιάζουμε
εσείς θα λεσβιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λεσβιάζουν / θα λεσβιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λεσβιάσω
εσύ θα λεσβιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λεσβιάσει
εμείς θα λεσβιάσουμε
εσείς θα λεσβιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λεσβιάσουν / θα λεσβιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να λεσβιάσω
εσύ να λεσβιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να λεσβιάσει
εμείς να λεσβιάσουμε
εσείς να λεσβιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να λεσβιάσουν / λεσβιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω λεσβιάσει
εσύ έχεις λεσβιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει λεσβιάσει
εμείς έχουμε λεσβιάσει
εσείς έχετε λεσβιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν λεσβιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα λεσβιάσει
εσύ είχες λεσβιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε λεσβιάσει
εμείς είχαμε λεσβιάσει
εσείς είχατε λεσβιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν λεσβιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω λεσβιάσει
εσύ θα έχεις λεσβιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει λεσβιάσει
εμείς θα έχουμε λεσβιάσει
εσείς θα έχετε λεσβιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν λεσβιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) λεσβίαζε
(εσείς) λεσβιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) λεσβίασε
(εσείς) λεσβιάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
λεσβιάζοντας / έχοντας λεσβιάσει
Απαρέμφατο
λεσβιάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.