to dirty, stain, besmirch
Πλήρης κλίση του ρήματος λερώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ λερώνω
εσύ λερώνεις
αυτός/αυτή/αυτό λερώνει
εμείς λερώνουμε
εσείς λερώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά λερώνουν / λερώνουνε
Παρατατικός
εγώ λέρωνα
εσύ λέρωνες
αυτός/αυτή/αυτό λέρωνε
εμείς λερώναμε
εσείς λερώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά λέρωναν / λερώναν / λερώνανε
Αόριστος
εγώ λέρωσα
εσύ λέρωσες
αυτός/αυτή/αυτό λέρωσε
εμείς λερώσαμε
εσείς λερώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά λέρωσαν / λερώσαν / λερώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα λερώνω
εσύ θα λερώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λερώνει
εμείς θα λερώνουμε
εσείς θα λερώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λερώνουν / θα λερώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λερώσω
εσύ θα λερώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λερώσει
εμείς θα λερώσουμε
εσείς θα λερώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λερώσουν / θα λερώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να λερώσω
εσύ να λερώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να λερώσει
εμείς να λερώσουμε
εσείς να λερώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να λερώσουν / λερώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω λερώσει
εσύ έχεις λερώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει λερώσει
εμείς έχουμε λερώσει
εσείς έχετε λερώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν λερώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα λερώσει
εσύ είχες λερώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε λερώσει
εμείς είχαμε λερώσει
εσείς είχατε λερώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν λερώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω λερώσει
εσύ θα έχεις λερώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει λερώσει
εμείς θα έχουμε λερώσει
εσείς θα έχετε λερώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν λερώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) λέρωνε
(εσείς) λερώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) λέρωσε
(εσείς) λερώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ λερώνομαι
εσύ λερώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό λερώνεται
εμείς λερωνόμαστε
εσείς λερώνεστε / λερωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά λερώνονται
Παρατατικός
εγώ λερωνόμουν / λερωνόμουνα
εσύ λερωνόσουν / λερωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό λερωνόταν / λερωνότανε
εμείς λερωνόμασταν / λερωνόμαστε
εσείς λερωνόσασταν / λερωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά λερώνονταν / λερωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ λερώθηκα
εσύ λερώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό λερώθηκε
εμείς λερωθήκαμε
εσείς λερωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά λερώθηκαν / λερωθήκαν / λερωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα λερώνομαι
εσύ θα λερώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα λερώνεται
εμείς θα λερωνόμαστε
εσείς θα λερώνεστε / θα λερωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λερώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λερωθώ
εσύ θα λερωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα λερωθεί
εμείς θα λερωθούμε
εσείς θα λερωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λερωθούν / θα λερωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να λερωθώ
εσύ να λερωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να λερωθεί
εμείς να λερωθούμε
εσείς να λερωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να λερωθούν / λερωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω λερωθεί
εσύ έχεις λερωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει λερωθεί
εμείς έχουμε λερωθεί
εσείς έχετε λερωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν λερωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα λερωθεί
εσύ είχες λερωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε λερωθεί
εμείς είχαμε λερωθεί
εσείς είχατε λερωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν λερωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω λερωθεί
εσύ θα έχεις λερωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει λερωθεί
εμείς θα έχουμε λερωθεί
εσείς θα έχετε λερωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν λερωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) λερώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) λερώσου
(εσείς) λερωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
λερώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας λερώσει
Μετοχή παρακειμένου
λερωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
λερώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
λερωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.