alternative form of λιώνω (lióno)
Πλήρης κλίση του ρήματος λειώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ λειώνω
εσύ λειώνεις
αυτός/αυτή/αυτό λειώνει
εμείς λειώνουμε
εσείς λειώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά λειώνουν / λειώνουνε
Παρατατικός
εγώ έλειωνα
εσύ έλειωνες
αυτός/αυτή/αυτό έλειωνε
εμείς λειώναμε
εσείς λειώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά έλειωναν / λειώναν / λειώνανε
Αόριστος
εγώ έλειωσα
εσύ έλειωσες
αυτός/αυτή/αυτό έλειωσε
εμείς λειώσαμε
εσείς λειώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έλειωσαν / λειώσαν / λειώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα λειώνω
εσύ θα λειώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λειώνει
εμείς θα λειώνουμε
εσείς θα λειώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λειώνουν / θα λειώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λειώσω
εσύ θα λειώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λειώσει
εμείς θα λειώσουμε
εσείς θα λειώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λειώσουν / θα λειώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να λειώσω
εσύ να λειώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να λειώσει
εμείς να λειώσουμε
εσείς να λειώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να λειώσουν / λειώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω λειώσει
εσύ έχεις λειώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει λειώσει
εμείς έχουμε λειώσει
εσείς έχετε λειώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν λειώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα λειώσει
εσύ είχες λειώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε λειώσει
εμείς είχαμε λειώσει
εσείς είχατε λειώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν λειώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω λειώσει
εσύ θα έχεις λειώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει λειώσει
εμείς θα έχουμε λειώσει
εσείς θα έχετε λειώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν λειώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) λειώνε
(εσείς) λειώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) λειώσε
(εσείς) λειώστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
λειώνοντας / έχοντας λειώσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
λειωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
λειώσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.