to be absent, to be missing
Πλήρης κλίση του ρήματος λείπω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ λείπω
εσύ λείπεις
αυτός/αυτή/αυτό λείπει
εμείς λείπουμε
εσείς λείπετε
αυτοί/αυτές/αυτά λείπουν / λείπουνε
Παρατατικός
εγώ έλειπα
εσύ έλειπες
αυτός/αυτή/αυτό έλειπε
εμείς λείπαμε
εσείς λείπατε
αυτοί/αυτές/αυτά έλειπαν / λείπαν / λείπανε
Αόριστος
εγώ έλειψα
εσύ έλειψες
αυτός/αυτή/αυτό έλειψε
εμείς λείψαμε
εσείς λείψατε
αυτοί/αυτές/αυτά έλειψαν / λείψαν / λείψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα λείπω
εσύ θα λείπεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λείπει
εμείς θα λείπουμε
εσείς θα λείπετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λείπουν / θα λείπουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λείψω
εσύ θα λείψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λείψει
εμείς θα λείψουμε
εσείς θα λείψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λείψουν / θα λείψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να λείψω
εσύ να λείψεις
αυτός/αυτή/αυτό να λείψει
εμείς να λείψουμε
εσείς να λείψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να λείψουν / λείψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω λείψει
εσύ έχεις λείψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει λείψει
εμείς έχουμε λείψει
εσείς έχετε λείψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν λείψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα λείψει
εσύ είχες λείψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε λείψει
εμείς είχαμε λείψει
εσείς είχατε λείψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν λείψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω λείψει
εσύ θα έχεις λείψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει λείψει
εμείς θα έχουμε λείψει
εσείς θα έχετε λείψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν λείψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) λείπε
(εσείς) λείπετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) λείψε
(εσείς) λείψτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
λείποντας / έχοντας λείψει
Απαρέμφατο
λείψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.