Κλίση του ρήματος λαχανιάζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

λαχανιάζω
to pant, gasp, puff, be out of breath
Πλήρης κλίση του ρήματος λαχανιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ λαχανιάζω
εσύ λαχανιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό λαχανιάζει
εμείς λαχανιάζουμε
εσείς λαχανιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά λαχανιάζουν / λαχανιάζουνε

Παρατατικός

εγώ λαχάνιαζα
εσύ λαχάνιαζες
αυτός/αυτή/αυτό λαχάνιαζε
εμείς λαχανιάζαμε
εσείς λαχανιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά λαχάνιαζαν / λαχανιάζαν / λαχανιάζανε

Αόριστος

εγώ λαχάνιασα
εσύ λαχάνιασες
αυτός/αυτή/αυτό λαχάνιασε
εμείς λαχανιάσαμε
εσείς λαχανιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά λαχάνιασαν / λαχανιάσαν / λαχανιάσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα λαχανιάζω
εσύ θα λαχανιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λαχανιάζει
εμείς θα λαχανιάζουμε
εσείς θα λαχανιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λαχανιάζουν / θα λαχανιάζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα λαχανιάσω
εσύ θα λαχανιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λαχανιάσει
εμείς θα λαχανιάσουμε
εσείς θα λαχανιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λαχανιάσουν / θα λαχανιάσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να λαχανιάσω
εσύ να λαχανιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να λαχανιάσει
εμείς να λαχανιάσουμε
εσείς να λαχανιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να λαχανιάσουν / λαχανιάσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω λαχανιάσει
εσύ έχεις λαχανιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει λαχανιάσει
εμείς έχουμε λαχανιάσει
εσείς έχετε λαχανιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν λαχανιάσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα λαχανιάσει
εσύ είχες λαχανιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε λαχανιάσει
εμείς είχαμε λαχανιάσει
εσείς είχατε λαχανιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν λαχανιάσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω λαχανιάσει
εσύ θα έχεις λαχανιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει λαχανιάσει
εμείς θα έχουμε λαχανιάσει
εσείς θα έχετε λαχανιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν λαχανιάσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) λαχάνιαζε
(εσείς) λαχανιάζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) λαχάνιασε
(εσείς) λαχανιάστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

λαχανιάζοντας / έχοντας λαχανιάσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

λαχανιασμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

λαχανιάσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.