Κλίση του ρήματος λαλώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

λαλώ
to talk, speak
Πλήρης κλίση του ρήματος λαλώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ λαλώ - λαλάω
εσύ λαλείς - λαλάς
αυτός/αυτή/αυτό λαλεί - λαλάει
εμείς λαλούμε - λαλάμε
εσείς λαλείτε - λαλάτε
αυτοί/αυτές/αυτά λαλούν - λαλάνε / λαλούνε - λαλάνε / λαλάν

Παρατατικός

εγώ λαλούσα - λάλαγα
εσύ λαλούσες - λάλαγες
αυτός/αυτή/αυτό λαλούσε - λάλαγε
εμείς λαλούσαμε - λαλάγαμε
εσείς λαλούσατε - λαλάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά λαλούσαν - λάλαγαν / λαλούσανε - λάλαγαν / λαλάγανε

Αόριστος

εγώ λάλησα
εσύ λάλησες
αυτός/αυτή/αυτό λάλησε
εμείς λαλήσαμε
εσείς λαλήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά λάλησαν / λαλήσαν / λαλήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα λαλώ - λαλάω
εσύ θα λαλείς - λαλάς
αυτός/αυτή/αυτό θα λαλεί - λαλάει
εμείς θα λαλούμε - λαλάμε
εσείς θα λαλείτε - λαλάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λαλούν - λαλάνε / θα λαλούνε - λαλάνε / θα λαλάν

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα λαλήσω
εσύ θα λαλήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λαλήσει
εμείς θα λαλήσουμε
εσείς θα λαλήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λαλήσουν / θα λαλήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να λαλήσω
εσύ να λαλήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να λαλήσει
εμείς να λαλήσουμε
εσείς να λαλήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να λαλήσουν / λαλήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω λαλήσει
εσύ έχεις λαλήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει λαλήσει
εμείς έχουμε λαλήσει
εσείς έχετε λαλήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν λαλήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα λαλήσει
εσύ είχες λαλήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε λαλήσει
εμείς είχαμε λαλήσει
εσείς είχατε λαλήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν λαλήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω λαλήσει
εσύ θα έχεις λαλήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει λαλήσει
εμείς θα έχουμε λαλήσει
εσείς θα έχετε λαλήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν λαλήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) λάλα / λάλαγε
(εσείς) λαλείτε - λαλάτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) λάλησε / λάλα
(εσείς) λαλήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ λαλούμαι - λαλιέμαι
εσύ λαλείσαι - λαλιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό λαλείται - λαλιέται
εμείς λαλούμαστε - λαλιόμαστε
εσείς λαλείστε / ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά λαλούνται - λαλιούνται / ‑ιόνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό λαλούνταν -λαλιόταν / λαλούνταν -λαλιότανε
εμείς λαλούμασταν / - λαλιόμασταν / ‑ιόμαστε
εσείς ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά λαλούνταν - λαλιόνταν / λαλούνταν - λαλιόντανε / λαλιόντουσαν / λαλιούνταν

Αόριστος

εγώ λαλήθηκα
εσύ λαλήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό λαλήθηκε
εμείς λαληθήκαμε
εσείς λαληθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά λαλήθηκαν / λαληθήκαν / λαληθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα λαλούμαι - λαλιέμαι
εσύ θα λαλείσαι - λαλιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα λαλείται - λαλιέται
εμείς θα λαλούμαστε - λαλιόμαστε
εσείς θα λαλείστε / θα ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λαλούνται - λαλιούνται / θα ‑ιόνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα λαληθώ
εσύ θα λαληθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα λαληθεί
εμείς θα λαληθούμε
εσείς θα λαληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λαληθούν / θα λαληθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να λαληθώ
εσύ να λαληθείς
αυτός/αυτή/αυτό να λαληθεί
εμείς να λαληθούμε
εσείς να λαληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να λαληθούν / λαληθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω λαληθεί
εσύ έχεις λαληθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει λαληθεί
εμείς έχουμε λαληθεί
εσείς έχετε λαληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν λαληθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα λαληθεί
εσύ είχες λαληθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε λαληθεί
εμείς είχαμε λαληθεί
εσείς είχατε λαληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν λαληθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω λαληθεί
εσύ θα έχεις λαληθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει λαληθεί
εμείς θα έχουμε λαληθεί
εσείς θα έχετε λαληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν λαληθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) λαλείστε - λαλιέστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) λαλήσου
(εσείς) λαληθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

λαλώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας λαλήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

λαλούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

λαλημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

λαλήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

λαληθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.