alternative form of λαμβάνω (lamváno)
Πλήρης κλίση του ρήματος λαβαίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ λαβαίνω
εσύ λαβαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό λαβαίνει
εμείς λαβαίνουμε
εσείς λαβαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά λαβαίνουν / λαβαίνουνε
Παρατατικός
εγώ λάβαινα
εσύ λάβαινες
αυτός/αυτή/αυτό λάβαινε
εμείς λαβαίναμε
εσείς λαβαίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά λάβαιναν / λαβαίναν / λαβαίνανε
Αόριστος
εγώ έλαβα
εσύ έλαβες
αυτός/αυτή/αυτό έλαβε
εμείς λάβαμε
εσείς λάβατε
αυτοί/αυτές/αυτά έλαβαν / λάβαν / λάβανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα λαβαίνω
εσύ θα λαβαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λαβαίνει
εμείς θα λαβαίνουμε
εσείς θα λαβαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λαβαίνουν / θα λαβαίνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λάβω
εσύ θα λάβεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λάβει
εμείς θα λάβουμε
εσείς θα λάβετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λάβουν / θα λάβουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να λάβω
εσύ να λάβεις
αυτός/αυτή/αυτό να λάβει
εμείς να λάβουμε
εσείς να λάβετε
αυτοί/αυτές/αυτά να λάβουν / λάβουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω λάβει
εσύ έχεις λάβει
αυτός/αυτή/αυτό έχει λάβει
εμείς έχουμε λάβει
εσείς έχετε λάβει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν λάβει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα λάβει
εσύ είχες λάβει
αυτός/αυτή/αυτό είχε λάβει
εμείς είχαμε λάβει
εσείς είχατε λάβει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν λάβει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω λάβει
εσύ θα έχεις λάβει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει λάβει
εμείς θα έχουμε λάβει
εσείς θα έχετε λάβει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν λάβει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) λάβαινε
(εσείς) λαβαίνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) λάβε
(εσείς) λάβετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
λαβαίνοντας / έχοντας λάβει
Απαρέμφατο
λάβει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.