to terminate, end, expire
Πλήρης κλίση του ρήματος λήγω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ λήγω
εσύ λήγεις
αυτός/αυτή/αυτό λήγει
εμείς λήγουμε
εσείς λήγετε
αυτοί/αυτές/αυτά λήγουν / λήγουνε
Παρατατικός
εγώ έληγα
εσύ έληγες
αυτός/αυτή/αυτό έληγε
εμείς λήγαμε
εσείς λήγατε
αυτοί/αυτές/αυτά έληγαν / λήγαν / λήγανε
Αόριστος
εγώ έληξα
εσύ έληξες
αυτός/αυτή/αυτό έληξε
εμείς λήξαμε
εσείς λήξατε
αυτοί/αυτές/αυτά έληξαν / λήξαν / λήξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα λήγω
εσύ θα λήγεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λήγει
εμείς θα λήγουμε
εσείς θα λήγετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λήγουν / θα λήγουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λήξω
εσύ θα λήξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λήξει
εμείς θα λήξουμε
εσείς θα λήξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λήξουν / θα λήξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να λήξω
εσύ να λήξεις
αυτός/αυτή/αυτό να λήξει
εμείς να λήξουμε
εσείς να λήξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να λήξουν / λήξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω λήξει
εσύ έχεις λήξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει λήξει
εμείς έχουμε λήξει
εσείς έχετε λήξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν λήξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα λήξει
εσύ είχες λήξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε λήξει
εμείς είχαμε λήξει
εσείς είχατε λήξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν λήξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω λήξει
εσύ θα έχεις λήξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει λήξει
εμείς θα έχουμε λήξει
εσείς θα έχετε λήξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν λήξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) λήγε
(εσείς) λήγετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) λήξε / λήχ' ¹
(εσείς) λήξτε / λήχτε²
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
declinable: λήγων / λήγουσα / λήγον / also see active past participle λήξας / λήξασα / λήξαν / indeclinable: λήγοντας / έχοντας λήξει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ληγμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
λήξει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.