to shine
Πλήρης κλίση του ρήματος λάμπω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ λάμπω
εσύ λάμπεις
αυτός/αυτή/αυτό λάμπει
εμείς λάμπουμε
εσείς λάμπετε
αυτοί/αυτές/αυτά λάμπουν / λάμπουνε
Παρατατικός
εγώ έλαμπα
εσύ έλαμπες
αυτός/αυτή/αυτό έλαμπε
εμείς λάμπαμε
εσείς λάμπατε
αυτοί/αυτές/αυτά έλαμπαν / λάμπαν / λάμπανε
Αόριστος
εγώ έλαμψα
εσύ έλαμψες
αυτός/αυτή/αυτό έλαμψε
εμείς λάμψαμε
εσείς λάμψατε
αυτοί/αυτές/αυτά έλαμψαν / λάμψαν / λάμψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα λάμπω
εσύ θα λάμπεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λάμπει
εμείς θα λάμπουμε
εσείς θα λάμπετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λάμπουν / θα λάμπουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λάμψω
εσύ θα λάμψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα λάμψει
εμείς θα λάμψουμε
εσείς θα λάμψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα λάμψουν / θα λάμψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να λάμψω
εσύ να λάμψεις
αυτός/αυτή/αυτό να λάμψει
εμείς να λάμψουμε
εσείς να λάμψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να λάμψουν / λάμψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω λάμψει
εσύ έχεις λάμψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει λάμψει
εμείς έχουμε λάμψει
εσείς έχετε λάμψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν λάμψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα λάμψει
εσύ είχες λάμψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε λάμψει
εμείς είχαμε λάμψει
εσείς είχατε λάμψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν λάμψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω λάμψει
εσύ θα έχεις λάμψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει λάμψει
εμείς θα έχουμε λάμψει
εσείς θα έχετε λάμψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν λάμψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) λάμπε
(εσείς) λάμπετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) λάμψε
(εσείς) λάμψτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
λάμποντας / έχοντας λάμψει
Απαρέμφατο
λάμψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.