Κλίση του ρήματος κωλύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

κωλύω
to prevent by putting an obstacle, hinder, preclude
Πλήρης κλίση του ρήματος κωλύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κωλύω
εσύ κωλύεις
αυτός/αυτή/αυτό κωλύει
εμείς κωλύουμε
εσείς κωλύετε

Παρατατικός

εγώ κώλυα
εσύ κώλυες
αυτός/αυτή/αυτό κώλυε
εμείς κωλύαμε
εσείς κωλύατε
αυτοί/αυτές/αυτά κώλυαν

Αόριστος

εγώ κώλυσα
εσύ κώλυσες
αυτός/αυτή/αυτό κώλυσε
εμείς κωλύσαμε
εσείς κωλύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κώλυσαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κωλύω
εσύ θα κωλύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κωλύει
εμείς θα κωλύουμε
εσείς θα κωλύετε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κωλύσω
εσύ θα κωλύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κωλύσει
εμείς θα κωλύσουμε
εσείς θα κωλύσετε

Υποτακτική (να)

εγώ να κωλύσω
εσύ να κωλύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κωλύσει
εμείς να κωλύσουμε
εσείς να κωλύσετε

Παρακείμενος

εγώ έχω κωλύσει
εσύ έχεις κωλύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κωλύσει
εμείς έχουμε κωλύσει
εσείς έχετε κωλύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κωλύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κωλύσει
εσύ είχες κωλύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κωλύσει
εμείς είχαμε κωλύσει
εσείς είχατε κωλύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κωλύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κωλύσει
εσύ θα έχεις κωλύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κωλύσει
εμείς θα έχουμε κωλύσει
εσείς θα έχετε κωλύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κωλύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κώλυε
(εσείς) κωλύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κώλυσε
(εσείς) κωλύστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κωλύομαι
εσύ κωλύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό κωλύεται
εμείς κωλυόμαστε / κωλυόμεθα
εσείς κωλύεστε / κωλύεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά κωλύονται

Παρατατικός

εμείς κωλυόμασταν / κωλυόμαστε
εσείς κωλυόσασταν / κωλυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κωλύονταν

Αόριστος

εγώ κωλύθηκα
εσύ κωλύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό κωλύθηκε
εμείς κωλυθήκαμε
εσείς κωλυθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κωλύθηκαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κωλύομαι
εσύ θα κωλύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κωλύεται
εμείς θα κωλυόμαστε / θα κωλυόμεθα
εσείς θα κωλύεστε / θα κωλύεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κωλύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κωλυθώ
εσύ θα κωλυθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κωλυθεί
εμείς θα κωλυθούμε
εσείς θα κωλυθείτε

Υποτακτική (να)

εγώ να κωλυθώ
εσύ να κωλυθείς
αυτός/αυτή/αυτό να κωλυθεί
εμείς να κωλυθούμε
εσείς να κωλυθείτε

Παρακείμενος

εγώ έχω κωλυθεί
εσύ έχεις κωλυθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κωλυθεί
εμείς έχουμε κωλυθεί
εσείς έχετε κωλυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κωλυθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κωλυθεί
εσύ είχες κωλυθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κωλυθεί
εμείς είχαμε κωλυθεί
εσείς είχατε κωλυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κωλυθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κωλυθεί
εσύ θα έχεις κωλυθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κωλυθεί
εμείς θα έχουμε κωλυθεί
εσείς θα έχετε κωλυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κωλυθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) κωλύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κωλύσου
(εσείς) κωλυθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

κωλύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας κωλύσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

κωλυόμενος, -η, -ο

Απαρέμφατο

κωλύσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

κωλυθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.