to ratify
Πλήρης κλίση του ρήματος κυρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κυρώνω
εσύ κυρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό κυρώνει
εμείς κυρώνουμε
εσείς κυρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά κυρώνουν / κυρώνουνε
Παρατατικός
εγώ κύρωνα
εσύ κύρωνες
αυτός/αυτή/αυτό κύρωνε
εμείς κυρώναμε
εσείς κυρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά κύρωναν / κυρώναν / κυρώνανε
Αόριστος
εγώ κύρωσα
εσύ κύρωσες
αυτός/αυτή/αυτό κύρωσε
εμείς κυρώσαμε
εσείς κυρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κύρωσαν / κυρώσαν / κυρώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κυρώνω
εσύ θα κυρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κυρώνει
εμείς θα κυρώνουμε
εσείς θα κυρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κυρώνουν / θα κυρώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κυρώσω
εσύ θα κυρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κυρώσει
εμείς θα κυρώσουμε
εσείς θα κυρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κυρώσουν / θα κυρώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κυρώσω
εσύ να κυρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κυρώσει
εμείς να κυρώσουμε
εσείς να κυρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κυρώσουν / κυρώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κυρώσει
εσύ έχεις κυρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κυρώσει
εμείς έχουμε κυρώσει
εσείς έχετε κυρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κυρώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κυρώσει
εσύ είχες κυρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κυρώσει
εμείς είχαμε κυρώσει
εσείς είχατε κυρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κυρώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κυρώσει
εσύ θα έχεις κυρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κυρώσει
εμείς θα έχουμε κυρώσει
εσείς θα έχετε κυρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κυρώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κύρωνε
(εσείς) κυρώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κύρωσε
(εσείς) κυρώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κυρώνομαι
εσύ κυρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό κυρώνεται
εμείς κυρωνόμαστε
εσείς κυρώνεστε / κυρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κυρώνονται
Παρατατικός
εγώ κυρωνόμουν / κυρωνόμουνα
εσύ κυρωνόσουν / κυρωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κυρωνόταν / κυρωνότανε
εμείς κυρωνόμασταν / κυρωνόμαστε
εσείς κυρωνόσασταν / κυρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κυρώνονταν / κυρωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ κυρώθηκα
εσύ κυρώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό κυρώθηκε
εμείς κυρωθήκαμε
εσείς κυρωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κυρώθηκαν / κυρωθήκαν / κυρωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κυρώνομαι
εσύ θα κυρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κυρώνεται
εμείς θα κυρωνόμαστε
εσείς θα κυρώνεστε / θα κυρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κυρώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κυρωθώ
εσύ θα κυρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κυρωθεί
εμείς θα κυρωθούμε
εσείς θα κυρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κυρωθούν / θα κυρωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κυρωθώ
εσύ να κυρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να κυρωθεί
εμείς να κυρωθούμε
εσείς να κυρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κυρωθούν / κυρωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κυρωθεί
εσύ έχεις κυρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κυρωθεί
εμείς έχουμε κυρωθεί
εσείς έχετε κυρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κυρωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κυρωθεί
εσύ είχες κυρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κυρωθεί
εμείς είχαμε κυρωθεί
εσείς είχατε κυρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κυρωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κυρωθεί
εσύ θα έχεις κυρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κυρωθεί
εμείς θα έχουμε κυρωθεί
εσείς θα έχετε κυρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κυρωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) κυρώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κυρώσου
(εσείς) κυρωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κυρώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας κυρώσει
Μετοχή παρακειμένου
κυρωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
κυρώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
κυρωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.