to gestate
Πλήρης κλίση του ρήματος κυοφορώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κυοφορώ
εσύ κυοφορείς
αυτός/αυτή/αυτό κυοφορεί
εμείς κυοφορούμε
εσείς κυοφορείτε
αυτοί/αυτές/αυτά κυοφορούν / κυοφορούνε
Παρατατικός
εγώ κυοφορούσα
εσύ κυοφορούσες
αυτός/αυτή/αυτό κυοφορούσε
εμείς κυοφορούσαμε
εσείς κυοφορούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κυοφορούσαν / κυοφορούσανε
Αόριστος
εγώ κυοφόρησα
εσύ κυοφόρησες
αυτός/αυτή/αυτό κυοφόρησε
εμείς κυοφορήσαμε
εσείς κυοφορήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κυοφόρησαν / κυοφορήσαν / κυοφορήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κυοφορώ
εσύ θα κυοφορείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κυοφορεί
εμείς θα κυοφορούμε
εσείς θα κυοφορείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κυοφορούν / θα κυοφορούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κυοφορήσω
εσύ θα κυοφορήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κυοφορήσει
εμείς θα κυοφορήσουμε
εσείς θα κυοφορήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κυοφορήσουν / θα κυοφορήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κυοφορήσω
εσύ να κυοφορήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κυοφορήσει
εμείς να κυοφορήσουμε
εσείς να κυοφορήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κυοφορήσουν / κυοφορήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κυοφορήσει
εσύ έχεις κυοφορήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κυοφορήσει
εμείς έχουμε κυοφορήσει
εσείς έχετε κυοφορήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κυοφορήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κυοφορήσει
εσύ είχες κυοφορήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κυοφορήσει
εμείς είχαμε κυοφορήσει
εσείς είχατε κυοφορήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κυοφορήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κυοφορήσει
εσύ θα έχεις κυοφορήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κυοφορήσει
εμείς θα έχουμε κυοφορήσει
εσείς θα έχετε κυοφορήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κυοφορήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) κυοφορείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κυοφόρησε
(εσείς) κυοφορήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κυοφορούμαι
εσύ κυοφορείσαι
αυτός/αυτή/αυτό κυοφορείται
εμείς κυοφορούμαστε / κυοφορούμεθα
εσείς κυοφορείστε / κυοφορείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά κυοφορούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό κυοφορούνταν
εμείς κυοφορούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κυοφορούνταν
Αόριστος
εγώ κυοφορήθηκα
εσύ κυοφορήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό κυοφορήθηκε
εμείς κυοφορηθήκαμε
εσείς κυοφορηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κυοφορήθηκαν / κυοφορηθήκαν / κυοφορηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κυοφορούμαι
εσύ θα κυοφορείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κυοφορείται
εμείς θα κυοφορούμαστε / θα κυοφορούμεθα
εσείς θα κυοφορείστε / θα κυοφορείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κυοφορούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κυοφορηθώ
εσύ θα κυοφορηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κυοφορηθεί
εμείς θα κυοφορηθούμε
εσείς θα κυοφορηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κυοφορηθούν / θα κυοφορηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κυοφορηθώ
εσύ να κυοφορηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να κυοφορηθεί
εμείς να κυοφορηθούμε
εσείς να κυοφορηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κυοφορηθούν / κυοφορηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κυοφορηθεί
εσύ έχεις κυοφορηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κυοφορηθεί
εμείς έχουμε κυοφορηθεί
εσείς έχετε κυοφορηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κυοφορηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κυοφορηθεί
εσύ είχες κυοφορηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κυοφορηθεί
εμείς είχαμε κυοφορηθεί
εσείς είχατε κυοφορηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κυοφορηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κυοφορηθεί
εσύ θα έχεις κυοφορηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κυοφορηθεί
εμείς θα έχουμε κυοφορηθεί
εσείς θα έχετε κυοφορηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κυοφορηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) κυοφορείστε / κυοφορείσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κυοφορήσου
(εσείς) κυοφορηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κυοφορώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας κυοφορήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
κυοφορούμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο
κυοφορήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
κυοφορηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.