to wave, flutter, flap (handkerchief, skirt, flag, etc)
Πλήρης κλίση του ρήματος κυματίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κυματίζω
εσύ κυματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό κυματίζει
εμείς κυματίζουμε
εσείς κυματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά κυματίζουν / κυματίζουνε
Παρατατικός
εγώ κυμάτιζα
εσύ κυμάτιζες
αυτός/αυτή/αυτό κυμάτιζε
εμείς κυματίζαμε
εσείς κυματίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά κυμάτιζαν / κυματίζαν / κυματίζανε
Αόριστος
εγώ κυμάτισα
εσύ κυμάτισες
αυτός/αυτή/αυτό κυμάτισε
εμείς κυματίσαμε
εσείς κυματίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κυμάτισαν / κυματίσαν / κυματίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κυματίζω
εσύ θα κυματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κυματίζει
εμείς θα κυματίζουμε
εσείς θα κυματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κυματίζουν / θα κυματίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κυματίσω
εσύ θα κυματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κυματίσει
εμείς θα κυματίσουμε
εσείς θα κυματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κυματίσουν / θα κυματίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κυματίσω
εσύ να κυματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κυματίσει
εμείς να κυματίσουμε
εσείς να κυματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κυματίσουν / κυματίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κυματίσει
εσύ έχεις κυματίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κυματίσει
εμείς έχουμε κυματίσει
εσείς έχετε κυματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κυματίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κυματίσει
εσύ είχες κυματίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κυματίσει
εμείς είχαμε κυματίσει
εσείς είχατε κυματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κυματίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κυματίσει
εσύ θα έχεις κυματίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κυματίσει
εμείς θα έχουμε κυματίσει
εσείς θα έχετε κυματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κυματίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κυμάτιζε
(εσείς) κυματίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κυμάτισε
(εσείς) κυματίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κυματίζοντας / έχοντας κυματίσει
Απαρέμφατο
κυματίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.