Κλίση του ρήματος κυκλώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

κυκλώνω
to surround, to encircle, to encompass
Πλήρης κλίση του ρήματος κυκλώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κυκλώνω
εσύ κυκλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό κυκλώνει
εμείς κυκλώνουμε
εσείς κυκλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά κυκλώνουν / κυκλώνουνε

Παρατατικός

εγώ κύκλωνα
εσύ κύκλωνες
αυτός/αυτή/αυτό κύκλωνε
εμείς κυκλώναμε
εσείς κυκλώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά κύκλωναν / κυκλώναν / κυκλώνανε

Αόριστος

εγώ κύκλωσα
εσύ κύκλωσες
αυτός/αυτή/αυτό κύκλωσε
εμείς κυκλώσαμε
εσείς κυκλώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κύκλωσαν / κυκλώσαν / κυκλώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κυκλώνω
εσύ θα κυκλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κυκλώνει
εμείς θα κυκλώνουμε
εσείς θα κυκλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κυκλώνουν / θα κυκλώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κυκλώσω
εσύ θα κυκλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κυκλώσει
εμείς θα κυκλώσουμε
εσείς θα κυκλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κυκλώσουν / θα κυκλώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κυκλώσω
εσύ να κυκλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κυκλώσει
εμείς να κυκλώσουμε
εσείς να κυκλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κυκλώσουν / κυκλώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κυκλώσει
εσύ έχεις κυκλώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κυκλώσει
εμείς έχουμε κυκλώσει
εσείς έχετε κυκλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κυκλώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κυκλώσει
εσύ είχες κυκλώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κυκλώσει
εμείς είχαμε κυκλώσει
εσείς είχατε κυκλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κυκλώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κυκλώσει
εσύ θα έχεις κυκλώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κυκλώσει
εμείς θα έχουμε κυκλώσει
εσείς θα έχετε κυκλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κυκλώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) κύκλωνε
(εσείς) κυκλώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κύκλωσε
(εσείς) κυκλώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κυκλώνομαι
εσύ κυκλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό κυκλώνεται
εμείς κυκλωνόμαστε
εσείς κυκλώνεστε / κυκλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κυκλώνονται

Παρατατικός

εγώ κυκλωνόμουν / κυκλωνόμουνα
εσύ κυκλωνόσουν / κυκλωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κυκλωνόταν / κυκλωνότανε
εμείς κυκλωνόμασταν / κυκλωνόμαστε
εσείς κυκλωνόσασταν / κυκλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κυκλώνονταν / κυκλωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ κυκλώθηκα
εσύ κυκλώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό κυκλώθηκε
εμείς κυκλωθήκαμε
εσείς κυκλωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κυκλώθηκαν / κυκλωθήκαν / κυκλωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κυκλώνομαι
εσύ θα κυκλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κυκλώνεται
εμείς θα κυκλωνόμαστε
εσείς θα κυκλώνεστε / θα κυκλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κυκλώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κυκλωθώ
εσύ θα κυκλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κυκλωθεί
εμείς θα κυκλωθούμε
εσείς θα κυκλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κυκλωθούν / θα κυκλωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κυκλωθώ
εσύ να κυκλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να κυκλωθεί
εμείς να κυκλωθούμε
εσείς να κυκλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κυκλωθούν / κυκλωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κυκλωθεί
εσύ έχεις κυκλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κυκλωθεί
εμείς έχουμε κυκλωθεί
εσείς έχετε κυκλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κυκλωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κυκλωθεί
εσύ είχες κυκλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κυκλωθεί
εμείς είχαμε κυκλωθεί
εσείς είχατε κυκλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κυκλωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κυκλωθεί
εσύ θα έχεις κυκλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κυκλωθεί
εμείς θα έχουμε κυκλωθεί
εσείς θα έχετε κυκλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κυκλωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) κυκλώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κυκλώσου
(εσείς) κυκλωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

κυκλώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας κυκλώσει

Μετοχή παρακειμένου

κυκλωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

κυκλώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

κυκλωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.