Κλίση του ρήματος κυκλοφορώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

κυκλοφορώ
to publish, issue, circulate, release(book, newspaper, etc)
Πλήρης κλίση του ρήματος κυκλοφορώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κυκλοφορώ / κυκλοφοράω¹
εσύ κυκλοφορείς / κυκλοφοράς
αυτός/αυτή/αυτό κυκλοφορεί / κυκλοφοράει
εμείς κυκλοφορούμε
εσείς κυκλοφορείτε
αυτοί/αυτές/αυτά κυκλοφορούν / κυκλοφορούνε / κυκλοφοράν / κυκλοφοράνε

Παρατατικός

εγώ κυκλοφορούσα
εσύ κυκλοφορούσες
αυτός/αυτή/αυτό κυκλοφορούσε
εμείς κυκλοφορούσαμε
εσείς κυκλοφορούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κυκλοφορούσαν / κυκλοφορούσανε

Αόριστος

εγώ κυκλοφόρησα
εσύ κυκλοφόρησες
αυτός/αυτή/αυτό κυκλοφόρησε
εμείς κυκλοφορήσαμε
εσείς κυκλοφορήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κυκλοφόρησαν / κυκλοφορήσαν / κυκλοφορήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κυκλοφορώ / θα κυκλοφοράω¹
εσύ θα κυκλοφορείς / θα κυκλοφοράς
αυτός/αυτή/αυτό θα κυκλοφορεί / θα κυκλοφοράει
εμείς θα κυκλοφορούμε
εσείς θα κυκλοφορείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κυκλοφορούν / θα κυκλοφορούνε / θα κυκλοφοράν / θα κυκλοφοράνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κυκλοφορήσω
εσύ θα κυκλοφορήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κυκλοφορήσει
εμείς θα κυκλοφορήσουμε
εσείς θα κυκλοφορήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κυκλοφορήσουν / θα κυκλοφορήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κυκλοφορήσω
εσύ να κυκλοφορήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κυκλοφορήσει
εμείς να κυκλοφορήσουμε
εσείς να κυκλοφορήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κυκλοφορήσουν / κυκλοφορήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κυκλοφορήσει
εσύ έχεις κυκλοφορήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κυκλοφορήσει
εμείς έχουμε κυκλοφορήσει
εσείς έχετε κυκλοφορήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κυκλοφορήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κυκλοφορήσει
εσύ είχες κυκλοφορήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κυκλοφορήσει
εμείς είχαμε κυκλοφορήσει
εσείς είχατε κυκλοφορήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κυκλοφορήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κυκλοφορήσει
εσύ θα έχεις κυκλοφορήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κυκλοφορήσει
εμείς θα έχουμε κυκλοφορήσει
εσείς θα έχετε κυκλοφορήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κυκλοφορήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) κυκλοφορείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κυκλοφόρησε
(εσείς) κυκλοφορήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κυκλοφορούμαι
εσύ κυκλοφορείσαι
αυτός/αυτή/αυτό κυκλοφορείται
εμείς κυκλοφορούμαστε / κυκλοφορούμεθα
εσείς κυκλοφορείστε / κυκλοφορείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά κυκλοφορούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό κυκλοφορούνταν
εμείς κυκλοφορούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κυκλοφορούνταν

Αόριστος

εγώ κυκλοφορήθηκα
εσύ κυκλοφορήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό κυκλοφορήθηκε
εμείς κυκλοφορηθήκαμε
εσείς κυκλοφορηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κυκλοφορήθηκαν / κυκλοφορηθήκαν / κυκλοφορηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κυκλοφορούμαι
εσύ θα κυκλοφορείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κυκλοφορείται
εμείς θα κυκλοφορούμαστε / θα κυκλοφορούμεθα
εσείς θα κυκλοφορείστε / θα κυκλοφορείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κυκλοφορούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κυκλοφορηθώ
εσύ θα κυκλοφορηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κυκλοφορηθεί
εμείς θα κυκλοφορηθούμε
εσείς θα κυκλοφορηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κυκλοφορηθούν / θα κυκλοφορηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κυκλοφορηθώ
εσύ να κυκλοφορηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να κυκλοφορηθεί
εμείς να κυκλοφορηθούμε
εσείς να κυκλοφορηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κυκλοφορηθούν / κυκλοφορηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κυκλοφορηθεί
εσύ έχεις κυκλοφορηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κυκλοφορηθεί
εμείς έχουμε κυκλοφορηθεί
εσείς έχετε κυκλοφορηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κυκλοφορηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κυκλοφορηθεί
εσύ είχες κυκλοφορηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κυκλοφορηθεί
εμείς είχαμε κυκλοφορηθεί
εσείς είχατε κυκλοφορηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κυκλοφορηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κυκλοφορηθεί
εσύ θα έχεις κυκλοφορηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κυκλοφορηθεί
εμείς θα έχουμε κυκλοφορηθεί
εσείς θα έχετε κυκλοφορηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κυκλοφορηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) κυκλοφορείστε / κυκλοφορείσθε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κυκλοφορήσου
(εσείς) κυκλοφορηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

κυκλοφορώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας κυκλοφορήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

κυκλοφορούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

κυκλοφορημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

κυκλοφορήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

κυκλοφορηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.