to caw, to croak, to crow (to make a harsh or shrill cry)
Πλήρης κλίση του ρήματος κρώζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κρώζω
εσύ κρώζεις
αυτός/αυτή/αυτό κρώζει
εμείς κρώζουμε
εσείς κρώζετε
αυτοί/αυτές/αυτά κρώζουν / κρώζουνε
Παρατατικός
εγώ έκρωζα
εσύ έκρωζες
αυτός/αυτή/αυτό έκρωζε
εμείς κρώζαμε
εσείς κρώζατε
αυτοί/αυτές/αυτά έκρωζαν / κρώζαν / κρώζανε
Αόριστος
εγώ έκρωξα
εσύ έκρωξες
αυτός/αυτή/αυτό έκρωξε
εμείς κρώξαμε
εσείς κρώξατε
αυτοί/αυτές/αυτά έκρωξαν / κρώξαν / κρώξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κρώζω
εσύ θα κρώζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κρώζει
εμείς θα κρώζουμε
εσείς θα κρώζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κρώζουν / θα κρώζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κρώξω
εσύ θα κρώξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κρώξει
εμείς θα κρώξουμε
εσείς θα κρώξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κρώξουν / θα κρώξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κρώξω
εσύ να κρώξεις
αυτός/αυτή/αυτό να κρώξει
εμείς να κρώξουμε
εσείς να κρώξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κρώξουν / κρώξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κρώξει
εσύ έχεις κρώξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κρώξει
εμείς έχουμε κρώξει
εσείς έχετε κρώξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κρώξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κρώξει
εσύ είχες κρώξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κρώξει
εμείς είχαμε κρώξει
εσείς είχατε κρώξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κρώξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κρώξει
εσύ θα έχεις κρώξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κρώξει
εμείς θα έχουμε κρώξει
εσείς θα έχετε κρώξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κρώξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κρώζε
(εσείς) κρώζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κρώξε
(εσείς) κρώξτε / κρώχτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κρώζοντας / έχοντας κρώξει
Απαρέμφατο
κρώξει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.