to hide, cover
Πλήρης κλίση του ρήματος κρύβω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κρύβω
εσύ κρύβεις
αυτός/αυτή/αυτό κρύβει
εμείς κρύβουμε
εσείς κρύβετε
αυτοί/αυτές/αυτά κρύβουν / κρύβουνε
Παρατατικός
εγώ έκρυβα
εσύ έκρυβες
αυτός/αυτή/αυτό έκρυβε
εμείς κρύβαμε
εσείς κρύβατε
αυτοί/αυτές/αυτά έκρυβαν / κρύβαν / κρύβανε
Αόριστος
εγώ έκρυψα
εσύ έκρυψες
αυτός/αυτή/αυτό έκρυψε
εμείς κρύψαμε
εσείς κρύψατε
αυτοί/αυτές/αυτά έκρυψαν / κρύψαν / κρύψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κρύβω
εσύ θα κρύβεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κρύβει
εμείς θα κρύβουμε
εσείς θα κρύβετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κρύβουν / θα κρύβουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κρύψω
εσύ θα κρύψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κρύψει
εμείς θα κρύψουμε
εσείς θα κρύψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κρύψουν / θα κρύψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κρύψω
εσύ να κρύψεις
αυτός/αυτή/αυτό να κρύψει
εμείς να κρύψουμε
εσείς να κρύψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κρύψουν / κρύψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κρύψει
εσύ έχεις κρύψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κρύψει
εμείς έχουμε κρύψει
εσείς έχετε κρύψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κρύψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κρύψει
εσύ είχες κρύψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κρύψει
εμείς είχαμε κρύψει
εσείς είχατε κρύψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κρύψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κρύψει
εσύ θα έχεις κρύψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κρύψει
εμείς θα έχουμε κρύψει
εσείς θα έχετε κρύψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κρύψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κρύβε
(εσείς) κρύβετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κρύψε / κρύφ'
(εσείς) κρύψτε / κρύφτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κρύβομαι
εσύ κρύβεσαι
αυτός/αυτή/αυτό κρύβεται
εμείς κρυβόμαστε
εσείς κρύβεστε / κρυβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κρύβονται
Παρατατικός
εγώ κρυβόμουν / κρυβόμουνα
εσύ κρυβόσουν / κρυβόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κρυβόταν / κρυβότανε
εμείς κρυβόμασταν / κρυβόμαστε
εσείς κρυβόσασταν / κρυβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κρύβονταν / κρυβόντουσαν
Αόριστος
εγώ κρύφτηκα
εσύ κρύφτηκες
αυτός/αυτή/αυτό κρύφτηκε
εμείς κρυφτήκαμε
εσείς κρυφτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κρύφτηκαν / κρυφτήκαν / κρυφτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κρύβομαι
εσύ θα κρύβεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κρύβεται
εμείς θα κρυβόμαστε
εσείς θα κρύβεστε / θα κρυβόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κρύβονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κρυφτώ
εσύ θα κρυφτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κρυφτεί
εμείς θα κρυφτούμε
εσείς θα κρυφτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κρυφτούν / θα κρυφτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κρυφτώ
εσύ να κρυφτείς
αυτός/αυτή/αυτό να κρυφτεί
εμείς να κρυφτούμε
εσείς να κρυφτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κρυφτούν / κρυφτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κρυφτεί
εσύ έχεις κρυφτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κρυφτεί
εμείς έχουμε κρυφτεί
εσείς έχετε κρυφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κρυφτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κρυφτεί
εσύ είχες κρυφτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κρυφτεί
εμείς είχαμε κρυφτεί
εσείς είχατε κρυφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κρυφτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κρυφτεί
εσύ θα έχεις κρυφτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κρυφτεί
εμείς θα έχουμε κρυφτεί
εσείς θα έχετε κρυφτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κρυφτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) κρύβεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κρύψου
(εσείς) κρυφτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κρύβοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας κρύψει
Μετοχή παρακειμένου
κρυμμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
κρύψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
κρυφτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.