to feel cold.
Πλήρης κλίση του ρήματος κρυώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κρυώνω
εσύ κρυώνεις
αυτός/αυτή/αυτό κρυώνει
εμείς κρυώνουμε
εσείς κρυώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά κρυώνουν / κρυώνουνε
Παρατατικός
εγώ κρύωνα
εσύ κρύωνες
αυτός/αυτή/αυτό κρύωνε
εμείς κρυώναμε
εσείς κρυώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά κρύωναν / κρυώναν / κρυώνανε
Αόριστος
εγώ κρύωσα
εσύ κρύωσες
αυτός/αυτή/αυτό κρύωσε
εμείς κρυώσαμε
εσείς κρυώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κρύωσαν / κρυώσαν / κρυώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κρυώνω
εσύ θα κρυώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κρυώνει
εμείς θα κρυώνουμε
εσείς θα κρυώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κρυώνουν / θα κρυώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κρυώσω
εσύ θα κρυώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κρυώσει
εμείς θα κρυώσουμε
εσείς θα κρυώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κρυώσουν / θα κρυώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κρυώσω
εσύ να κρυώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κρυώσει
εμείς να κρυώσουμε
εσείς να κρυώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κρυώσουν / κρυώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κρυώσει
εσύ έχεις κρυώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κρυώσει
εμείς έχουμε κρυώσει
εσείς έχετε κρυώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κρυώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κρυώσει
εσύ είχες κρυώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κρυώσει
εμείς είχαμε κρυώσει
εσείς είχατε κρυώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κρυώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κρυώσει
εσύ θα έχεις κρυώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κρυώσει
εμείς θα έχουμε κρυώσει
εσείς θα έχετε κρυώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κρυώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κρύωνε
(εσείς) κρυώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κρύωσε
(εσείς) κρυώστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κρυώνοντας / έχοντας κρυώσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
κρυωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
κρυώσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.