to strike
Πλήρης κλίση του ρήματος κρούω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κρούω
εσύ κρούεις
αυτός/αυτή/αυτό κρούει
εμείς κρούουμε
εσείς κρούετε
αυτοί/αυτές/αυτά κρούουν / κρούουνε
Παρατατικός
εγώ έκρουα
εσύ έκρουες
αυτός/αυτή/αυτό έκρουε
εμείς κρούαμε
εσείς κρούατε
αυτοί/αυτές/αυτά έκρουαν / κρούαν / κρούανε
Αόριστος
εγώ έκρουσα
εσύ έκρουσες
αυτός/αυτή/αυτό έκρουσε
εμείς κρούσαμε
εσείς κρούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έκρουσαν / κρούσαν / κρούσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κρούω
εσύ θα κρούεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κρούει
εμείς θα κρούουμε
εσείς θα κρούετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κρούουν / θα κρούουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κρούσω
εσύ θα κρούσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κρούσει
εμείς θα κρούσουμε
εσείς θα κρούσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κρούσουν / θα κρούσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κρούσω
εσύ να κρούσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κρούσει
εμείς να κρούσουμε
εσείς να κρούσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κρούσουν / κρούσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κρούσει
εσύ έχεις κρούσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κρούσει
εμείς έχουμε κρούσει
εσείς έχετε κρούσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κρούσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κρούσει
εσύ είχες κρούσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κρούσει
εμείς είχαμε κρούσει
εσείς είχατε κρούσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κρούσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κρούσει
εσύ θα έχεις κρούσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κρούσει
εμείς θα έχουμε κρούσει
εσείς θα έχετε κρούσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κρούσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κρούε
(εσείς) κρούετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κρούσε
(εσείς) κρούστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κρούομαι
εσύ κρούεσαι
αυτός/αυτή/αυτό κρούεται
εμείς κρουόμαστε
εσείς κρούεστε / κρουόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κρούονται
Παρατατικός
εγώ κρουόμουν / κρουόμουνα
εσύ κρουόσουν / κρουόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κρουόταν / κρουότανε
εμείς κρουόμασταν / κρουόμαστε
εσείς κρουόσασταν / κρουόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κρούονταν / κρουόντουσαν
Αόριστος
εγώ κρούστηκα / κρούσθηκα
εσύ κρούστηκες
αυτός/αυτή/αυτό κρούστηκε
εμείς κρουστήκαμε / κρουσθήκαμε
εσείς κρουστήκατε / κρουσθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κρούστηκαν / κρουστήκαν / κρουστήκανε / κρουσθήκαν / κρουσθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κρούομαι
εσύ θα κρούεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κρούεται
εμείς θα κρουόμαστε
εσείς θα κρούεστε / θα κρουόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κρούονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κρουστώ / θα κρουσθώ
εσύ θα κρουστείς / θα κρουσθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κρουστεί / θα κρουσθεί
εμείς θα κρουστούμε / θα κρουσθούμε
εσείς θα κρουστείτε / θα κρουσθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κρουστούν / θα κρουστούνε / θα κρουσθούν / θα κρουσθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κρουστώ / κρουσθώ
εσύ να κρουστείς / κρουσθείς
αυτός/αυτή/αυτό να κρουστεί / κρουσθεί
εμείς να κρουστούμε / κρουσθούμε
εσείς να κρουστείτε / κρουσθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κρουστούν / κρουστούνε / κρουσθούν / κρουσθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κρουστεί / κρουσθεί
εσύ έχεις κρουστεί / κρουσθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κρουστεί / κρουσθεί
εμείς έχουμε κρουστεί / κρουσθεί
εσείς έχετε κρουστεί / κρουσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κρουστεί / κρουσθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κρουστεί / κρουσθεί
εσύ είχες κρουστεί / κρουσθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κρουστεί / κρουσθεί
εμείς είχαμε κρουστεί / κρουσθεί
εσείς είχατε κρουστεί / κρουσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κρουστεί / κρουσθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κρουστεί / κρουσθεί
εσύ θα έχεις κρουστεί / κρουσθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κρουστεί / κρουσθεί
εμείς θα έχουμε κρουστεί / κρουσθεί
εσείς θα έχετε κρουστεί / κρουσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κρουστεί / κρουσθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) κρούεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κρούσου
(εσείς) κρουστείτε / κρουσθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κρούοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας κρούσει
Μετοχή παρακειμένου
κρουσμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
κρούσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
κρουστεί / κρουσθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.