Κλίση του ρήματος κρατικοποιώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

κρατικοποιώ
to nationalise (UK), nationalize (US) (take into public ownership)
Πλήρης κλίση του ρήματος κρατικοποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κρατικοποιώ
εσύ κρατικοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό κρατικοποιεί
εμείς κρατικοποιούμε
εσείς κρατικοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά κρατικοποιούν / κρατικοποιούνε

Παρατατικός

εγώ κρατικοποιούσα
εσύ κρατικοποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό κρατικοποιούσε
εμείς κρατικοποιούσαμε
εσείς κρατικοποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κρατικοποιούσαν / κρατικοποιούσανε

Αόριστος

εγώ κρατικοποίησα
εσύ κρατικοποίησες
αυτός/αυτή/αυτό κρατικοποίησε
εμείς κρατικοποιήσαμε
εσείς κρατικοποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά κρατικοποίησαν / κρατικοποιήσαν / κρατικοποιήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κρατικοποιώ
εσύ θα κρατικοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κρατικοποιεί
εμείς θα κρατικοποιούμε
εσείς θα κρατικοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κρατικοποιούν / θα κρατικοποιούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κρατικοποιήσω
εσύ θα κρατικοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κρατικοποιήσει
εμείς θα κρατικοποιήσουμε
εσείς θα κρατικοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κρατικοποιήσουν / θα κρατικοποιήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κρατικοποιήσω
εσύ να κρατικοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να κρατικοποιήσει
εμείς να κρατικοποιήσουμε
εσείς να κρατικοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κρατικοποιήσουν / κρατικοποιήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κρατικοποιήσει
εσύ έχεις κρατικοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κρατικοποιήσει
εμείς έχουμε κρατικοποιήσει
εσείς έχετε κρατικοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κρατικοποιήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κρατικοποιήσει
εσύ είχες κρατικοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κρατικοποιήσει
εμείς είχαμε κρατικοποιήσει
εσείς είχατε κρατικοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κρατικοποιήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κρατικοποιήσει
εσύ θα έχεις κρατικοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κρατικοποιήσει
εμείς θα έχουμε κρατικοποιήσει
εσείς θα έχετε κρατικοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κρατικοποιήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) κρατικοποιείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κρατικοποίησε
(εσείς) κρατικοποιήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ κρατικοποιούμαι
εσύ κρατικοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό κρατικοποιείται
εμείς κρατικοποιούμαστε / κρατικοποιόμαστε
εσείς κρατικοποιείστε / κρατικοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κρατικοποιούνται

Παρατατικός

εγώ κρατικοποιούμουν / κρατικοποιούμουνα / κρατικοποιόμουν / κρατικοποιόμουνα
εσύ κρατικοποιόσουν / κρατικοποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κρατικοποιούνταν / κρατικοποιόταν / κρατικοποιότανε / κρατικοποιείτο
εμείς κρατικοποιούμασταν / ‑ούμαστε / κρατικοποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς κρατικοποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κρατικοποιούνταν / κρατικοποιόνταν / κρατικοποιόντανε / κρατικοποιόντουσαν / κρατικοποιούντο

Αόριστος

εγώ κρατικοποιήθηκα
εσύ κρατικοποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό κρατικοποιήθηκε
εμείς κρατικοποιηθήκαμε
εσείς κρατικοποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κρατικοποιήθηκαν / κρατικοποιηθήκαν / κρατικοποιηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα κρατικοποιούμαι
εσύ θα κρατικοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κρατικοποιείται
εμείς θα κρατικοποιούμαστε / θα κρατικοποιόμαστε
εσείς θα κρατικοποιείστε / θα κρατικοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κρατικοποιούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα κρατικοποιηθώ
εσύ θα κρατικοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κρατικοποιηθεί
εμείς θα κρατικοποιηθούμε
εσείς θα κρατικοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κρατικοποιηθούν / θα κρατικοποιηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να κρατικοποιηθώ
εσύ να κρατικοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να κρατικοποιηθεί
εμείς να κρατικοποιηθούμε
εσείς να κρατικοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κρατικοποιηθούν / κρατικοποιηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω κρατικοποιηθεί
εσύ έχεις κρατικοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κρατικοποιηθεί
εμείς έχουμε κρατικοποιηθεί
εσείς έχετε κρατικοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κρατικοποιηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα κρατικοποιηθεί
εσύ είχες κρατικοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κρατικοποιηθεί
εμείς είχαμε κρατικοποιηθεί
εσείς είχατε κρατικοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κρατικοποιηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω κρατικοποιηθεί
εσύ θα έχεις κρατικοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κρατικοποιηθεί
εμείς θα έχουμε κρατικοποιηθεί
εσείς θα έχετε κρατικοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κρατικοποιηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) κρατικοποιείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) κρατικοποιήσου
(εσείς) κρατικοποιηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

κρατικοποιώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας κρατικοποιήσει

Μετοχή παρακειμένου

κρατικοποιημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

κρατικοποιήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

κρατικοποιηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.