to crash
Πλήρης κλίση του ρήματος κρασάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κρασάρω
εσύ κρασάρεις
αυτός/αυτή/αυτό κρασάρει
εμείς κρασάρουμε
εσείς κρασάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά κρασάρουν / κρασάρουνε
Παρατατικός
εγώ κρασάρα / κρασάριζα
εσύ κρασάρες / κρασάριζες
αυτός/αυτή/αυτό κρασάρε / κρασάριζε
εμείς κρασάραμε
εσείς κρασάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά κρασάραν / κρασάρανε / κρασάριζαν
Αόριστος
εγώ κρασάρα / κρασάρισα
εσύ κρασάρες / κρασάρισες
αυτός/αυτή/αυτό κρασάρε / κρασάρισε
εμείς κρασάραμε
εσείς κρασάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά κρασάραν / κρασάρανε / κρασάρισαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κρασάρω
εσύ θα κρασάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κρασάρει
εμείς θα κρασάρουμε
εσείς θα κρασάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κρασάρουν / θα κρασάρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κρασάρω
εσύ θα κρασάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κρασάρει
εμείς θα κρασάρουμε
εσείς θα κρασάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κρασάρουν / θα κρασάρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κρασάρω
εσύ να κρασάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να κρασάρει
εμείς να κρασάρουμε
εσείς να κρασάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κρασάρουν / κρασάρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κρασάρει
εσύ έχεις κρασάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κρασάρει
εμείς έχουμε κρασάρει
εσείς έχετε κρασάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κρασάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κρασάρει
εσύ είχες κρασάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κρασάρει
εμείς είχαμε κρασάρει
εσείς είχατε κρασάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κρασάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κρασάρει
εσύ θα έχεις κρασάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κρασάρει
εμείς θα έχουμε κρασάρει
εσείς θα έχετε κρασάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κρασάρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κράσαρε / κρασάριζε
(εσείς) κρασάρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κράσαρε / κρασάρισε
(εσείς) κρασάρτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κρασάροντας / έχοντας κρασάρει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
κρασάρισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
κρασάρει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.