to caw, croak, crow (make shrill or harsh sound, especially as of a crow, raven or rook)
Πλήρης κλίση του ρήματος κράζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κράζω
εσύ κράζεις
αυτός/αυτή/αυτό κράζει
εμείς κράζουμε
εσείς κράζετε
αυτοί/αυτές/αυτά κράζουν / κράζουνε
Παρατατικός
εγώ έκραζα
εσύ έκραζες
αυτός/αυτή/αυτό έκραζε
εμείς κράζαμε
εσείς κράζατε
αυτοί/αυτές/αυτά έκραζαν / κράζαν / κράζανε
Αόριστος
εγώ έκραξα
εσύ έκραξες
αυτός/αυτή/αυτό έκραξε
εμείς κράξαμε
εσείς κράξατε
αυτοί/αυτές/αυτά έκραξαν / κράξαν / κράξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κράζω
εσύ θα κράζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κράζει
εμείς θα κράζουμε
εσείς θα κράζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κράζουν / θα κράζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κράξω
εσύ θα κράξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα κράξει
εμείς θα κράξουμε
εσείς θα κράξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κράξουν / θα κράξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κράξω
εσύ να κράξεις
αυτός/αυτή/αυτό να κράξει
εμείς να κράξουμε
εσείς να κράξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να κράξουν / κράξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κράξει
εσύ έχεις κράξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει κράξει
εμείς έχουμε κράξει
εσείς έχετε κράξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κράξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κράξει
εσύ είχες κράξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε κράξει
εμείς είχαμε κράξει
εσείς είχατε κράξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κράξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κράξει
εσύ θα έχεις κράξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κράξει
εμείς θα έχουμε κράξει
εσείς θα έχετε κράξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κράξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) κράζε
(εσείς) κράζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κράξε / κράχ'
(εσείς) κράξτε / κράχτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ κράζομαι
εσύ κράζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό κράζεται
εμείς κραζόμαστε
εσείς κράζεστε / κραζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κράζονται
Παρατατικός
εγώ κραζόμουν / κραζόμουνα
εσύ κραζόσουν / κραζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό κραζόταν / κραζότανε
εμείς κραζόμασταν / κραζόμαστε
εσείς κραζόσασταν / κραζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά κράζονταν / κραζόντουσαν
Αόριστος
εγώ κράχτηκα
εσύ κράχτηκες
αυτός/αυτή/αυτό κράχτηκε
εμείς κραχτήκαμε
εσείς κραχτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά κράχτηκαν / κραχτήκαν / κραχτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα κράζομαι
εσύ θα κράζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα κράζεται
εμείς θα κραζόμαστε
εσείς θα κράζεστε / θα κραζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κράζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κραχτώ
εσύ θα κραχτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα κραχτεί
εμείς θα κραχτούμε
εσείς θα κραχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα κραχτούν / θα κραχτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να κραχτώ
εσύ να κραχτείς
αυτός/αυτή/αυτό να κραχτεί
εμείς να κραχτούμε
εσείς να κραχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να κραχτούν / κραχτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω κραχτεί
εσύ έχεις κραχτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει κραχτεί
εμείς έχουμε κραχτεί
εσείς έχετε κραχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν κραχτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα κραχτεί
εσύ είχες κραχτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε κραχτεί
εμείς είχαμε κραχτεί
εσείς είχατε κραχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν κραχτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω κραχτεί
εσύ θα έχεις κραχτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει κραχτεί
εμείς θα έχουμε κραχτεί
εσείς θα έχετε κραχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν κραχτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) κράζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) κράξου
(εσείς) κραχτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
κράζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας κράξει
Μετοχή παρακειμένου
κραγμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
κράξει
Απαρέμφατο (παθητικό)
κραχτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.